Ο «μάντης» Βάσος Μηναϊδης

Ο «μάντης» Βάσος Μηναϊδης

0
MINAIDIS

του Κων/νου Στ. Δεριζιώτη

Στους ανώμαλους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, καιρούς που ζούμε, «πέρασε στα ψιλά», το συμπέρασμα μέρους μελέτης της ομάδας των οικονομολόγων του ΣΕΒ, σύμφωνα με την οποία η αλόγιστη αύξηση των μισθών, συνέβαλλε αποφασιστικά στην χρεωκοπία της χώρας.

Θυμάμαι από την δεκαετία του 1990, τον Βάσο Μηναϊδη, να επισημαίνει σε όλους του τόνους και με όλους τους τρόπους, το πρόβλημα της αλόγιστης αύξησης του μισθολογικού κόστους. Έλεγε, δημοσίως -και έχει μεγάλη σημασία αυτό-, ότι αν συνεχιστεί με αυτό τον τρόπο και αυτούς τους ρυθμούς, η αύξηση μισθών, η χώρα θα χρεωκοπήσει.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάπου στα μέσα της δεκαετίας, τόλμησε, γιατί περί τολμήματος επρόκειτο, να πάει κόντρα στην κυβέρνηση και τα συνδικάτα, και να προσφύγει και δικαστικά, κατά των παράλογων αυτών πρακτικών…

Τα χρόνια πέρασαν, η χώρα χρεωκόπησε, και σήμερα με στοιχεία, οι οικονομολόγοι του ΣΕΒ, επιχειρηματολογούν, στο ίδιο ακριβώς μοτίβο, που έλεγε ο Βάσος Μηναϊδης, πριν 20 και πλέον χρόνια.

Μάθαμε κάτι από όλο αυτό;

Μπα δε νομίζω…

Μακάριοι, κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ..

Για την ιστορία, μήπως και κάποιος «συγκινηθεί», οι οικονομολόγοι του ΣΕΒ, γράφουν στην μελέτη: «Η άσκηση της πολιτικής μισθών, και το πλαίσιο διαμόρφωσης αυτών, στα χρόνια πριν την εκδήλωση της κρίσης συνέβαλε ουσιαστικά στη διάβρωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας.

Επιπλέον, λειτούργησε προστατευτικά προς το μέρος της οικονομίας το οποίο δεν εκτίθεται στο διεθνή ανταγωνισμό και δεν παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, φέρνοντας τους κλάδους που προσπαθούσαν να παραμείνουν διεθνώς ανταγωνιστικοί σε συγκριτικά δυσμενή θέση. Το αποτέλεσμα ήταν μια προσωρινή βελτίωση αποδοχών και του βιοτικού επιπέδου, που όμως για τους περισσότερους δεν ήταν διατηρήσιμη και η οποία κατέρρευσε με την εκδήλωση της κρίσης.

Η αύξηση των μισθών από μόνη της δεν ήταν το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ότι η χώρα επιχείρησε να θεσμοθετήσει αποδοχές ανεπτυγμένης χώρας, χωρίς όμως να προσφέρει το πλαίσιο λειτουργίας αγορών, τη θεσμική ωριμότητα και τη δυνατότητα ανάπτυξης της ιδιωτικής οικονομίας και του τομέα «διεθνώς εμπορεύσιμων» που προσφέρουν οι ανεπτυγμένες χώρες.

Η κρίση κατέδειξε με τον πλέον επώδυνο τρόπο πως εάν οι αυξήσεις των μισθών δεν είναι συνεπείς με την πραγματικότητα που διαμορφώνουν παράγοντες όπως το μη μισθολογικό κόστος, η ικανότητα μετασχηματισμού της παραγωγής, το ρυθμιστικό και διοικητικό περιβάλλον, το κόστος χρηματοδότησης, η μακροοικονομική αβεβαιότητα και η λειτουργία «του κράτους δικαίου», τότε η εσωτερική και διεθνής ανταγωνιστικότητα της χώρας χειροτερεύει, αποθαρρύνεται η οικονομική ανάπτυξη και οδηγούμαστε σε απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας, απώλεια θέσεων εργασίας και μείωση εισοδημάτων για όλο και περισσότερα νοικοκυριά.

Το μάθημα της κρίσης προς όλους πρέπει να είναι σαφές: Μια προσπάθεια να νομοθετήσουμε μια επιστροφή στο παρελθόν, να βγούμε από την κρίση μέσω της πόρτας που μας έβαλε σε αυτή διατηρώντας τις δομικές αδυναμίες του παρελθόντος, θα καταστρέψει ό,τι έχει απομείνει όρθιο στη χώρα ως ανταγωνιστικός και βιώσιμος τομέας «διεθνώς εμπορεύσιμων» αγαθών και υπηρεσιών.

Αντίθετα, μια προσπάθεια να διορθώσουμε τις αδυναμίες του παρελθόντος τελικά θα οδηγήσει σε μόνιμη και βιώσιμη ενίσχυση της απασχόλησης καθώς και των αποδοχών.

Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι προϋπόθεση για την παράλληλη αύξηση των μισθών και ο μόνος τρόπος ώστε να διανεμηθεί στη κοινωνία το «μέρισμα της παραγωγικότητας» χωρίς να υπονομευτεί η ανάπτυξη».