Επιτακτική η ανάγκη χρηματοδότησης των ξενοδοχείων, ειδικά των μικρομεσαίων

ΓΝΩΜΗ

του Κωνσταντίνου Στ. Δεριζιώτη (*)
Η αυξημένη τουριστική κίνηση στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχει συνοδευτεί από ένα νέο κύμα επενδύσεων για την αναβάθμιση υφιστάμενων ξενοδοχειακών μονάδων που ήδη ανήκαν στην κατηγορία των τεσσάρων ή πέντε αστέρων.

Η οικονομικού περιεχομένου αρθρογραφία, βρίθει αναγγελιών και παρουσιάσεων σχετικών επενδυτικών σχεδίων, ενώ αυτή η εξέλιξη επιβεβαιώνεται από μεγάλα εργοτάξια, τόσο σε αστικά κέντρα, όσο και σε περιφερειακούς τουριστικούς προορισμούς.

Παράλληλα, όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία, αλλά και από την προσωπική ή κοινωνική εμπειρία όλων μας, μεγάλος αριθμός των παραθεριστών στη χώρα, είτε Ελλήνων, είτε από το εξωτερικό, δεν διαμένουν σε ξενοδοχεία «πολυτελείας», αλλά επιλέγουν ξενοδοχειακές μονάδες με «λιγότερα αστέρια», που όμως πολύ συχνά και από υψηλή αισθητική διακρίνονται και ποιοτικές υπηρεσίες παρέχουν στους πελάτες τους.

Υπάρχει, όμως, χρηματοδοτική λύση για την περαιτέρω αναβάθμισή και τη μακροημέρευση των μικρομεσαίων ξενοδοχειακών μονάδων, χωρίς υποχρέωση ένταξής τους σε υψηλότερη κατηγορία, μέσα στο εξαιρετικά ανταγωνιστικό και ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον του τουρισμού στις μέρες μας;

Όντως τα κίνητρα και τα χρηματοδοτικά εργαλεία των πρόσφατων αναπτυξιακών νόμων και τα προγράμματα του ΕΣΠΑ για αναβάθμιση πολλών λειτουργικών πτυχών, καλύπτουν σχεδόν αποκλειστικά ξενοδοχεία «υψηλών προδιαγραφών», έχουν δε -δυστυχώς- ελάχιστους πόρους.

Ταυτόχρονα και το θεσμικό πλαίσιο για τις στρατηγικές επενδύσεις, αποσκοπεί στη χρηματοδοτική διευκόλυνση τουριστικών επενδύσεων με χαρακτηριστικά που υπηρετούν μία λογική προσέλκυσης επισκεπτών ιδιαίτερα υψηλού εισοδήματος που επιθυμούν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο για τις διακοπές τους.

Από αυτόν τον «πακτωλό» χρηματοδοτήσεων και έμμεσων ενισχύσεων, που συνοδεύεται και από τραπεζικό δανεισμό με ευνοϊκούς όρους, ελάχιστα έχουν επωφεληθεί οι μικρομεσαίες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού κλάδου διαμονής και αποτέλεσαν στο παρελθόν το μέσο για τη σταδιακή καθιέρωση πολλών προορισμών στη συνείδηση του τουριστικού κοινού, συνεχίζοντας να στηρίζουν με συνέπεια τις ροές επισκεπτών σε αυτούς.

Η πρόσβαση ξενοδοχείων μικρότερων κατηγοριών σε χρηματοδοτικά εργαλεία, προκειμένου να μπορέσουν να κάνουν το βήμα της ενεργειακής και ψηφιακής μετάβασης, που θα τα ωφελήσει τόσο με όρους ανταγωνιστικότητας, όσο και παρεχόμενων υπηρεσιών, είναι επιτακτική.

Παρότι αυτά διαθέτουν μέρος του τζίρου τους σε σχετικές επενδύσεις, το κόστος για ενεργειακές και τεχνολογικές παρεμβάσεις είναι συχνά απαγορευτικό, συνεπώς υφίσταται ανάγκη για διαμόρφωση κατάλληλων γραμμών χρηματοδότησης, τόσο μέσω των ευρωπαϊκών ταμείων όσο και μέσω του ελληνικού θεσμικού πλαισίου χρηματοδοτικών κινήτρων.

Η εξέλιξη αυτή, με σωστό σχεδιασμό και μελετημένη στόχευση, μπορεί να ανοίξει μία νέα σελίδα για τον ελληνικό Τουρισμό.

Θα πρόκειται για μια οριζόντια παρέμβαση που θα αναβαθμίσει συνολικά το τουριστικό προϊόν της χώρας, δεδομένου ότι θα αφορά στα μισά σχεδόν δωμάτια και το 75% των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων της χώρας. Προφανώς δεν θα γίνουν όλες οι μονάδες πεντάστερες και τετράστερες- εξάλλου αυτός θα ήταν ένας ανέφικτος -αλλά και οικονομικά αδόκιμος- στόχος, αλλά θα στηριχθούν, ώστε να ανταποκρίνονται σε κριτήρια ποιότητας, βιωσιμότητας και σύγχρονων τάσεων στον Τουρισμό.

Η πρόσβαση μικρομεσαίων ξενοδοχείων σε προγράμματα συνολικής αναβάθμισής τους θα συμβάλει τόσο στη χωρική, όσο και στη χρονική επέκταση της σεζόν, ενώ πολλαπλασιαστικά θα είναι τα οφέλη για τις τοπικές οικονομίες, σε επίπεδο ενίσχυσης της Απασχόλησης, όχι μόνο στον τομέα των υπηρεσιών, αλλά και σε αυτούς της πρωτογενούς παραγωγής και της μεταποίησης.

Λαμβάνοντας, μάλιστα, υπόψη, ότι η πλειονότητα των επισκεπτών στα ξενοδοχεία αυτών των κατηγοριών είναι Έλληνες πολίτες, δεν πρέπει να υποτιμάται η αναβάθμιση της ταξιδιωτικής εμπειρίας για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας που αδυνατεί ή δεν θέλει για διάφορους λόγους να διαμείνει σε μία ξενοδοχειακή μονάδα πολλών αστέρων και εξεζητημένων παροχών.

Το ίδιο ισχύει, φυσικά, και για πολλούς ξένους επισκέπτες που συνειδητά επιλέγουν μικρότερες ξενοδοχειακές μονάδες, θεωρώντας τις όχι μόνο πιο προσιτές οικονομικά, αλλά και πιο κοντά στην προσωπική τους αντίληψη περί «διαφυγής» από την πολύβουη και έντονων ρυθμών αστική καθημερινότητα.

Τα οφέλη από την αναβάθμιση των μεσαίων τουριστικών μονάδων είναι προφανή, πολύπλευρα και με μακροπρόθεσμο έμμεσο θετικό αντίκτυπο στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Οι επιχειρηματικοί φορείς του τουριστικού τομέα και οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς, τόσο σε κεντρικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οφείλουν να δώσουν απαντήσεις «επί του πρακτέου» και οι μικρομεσαίες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις να ανταποκριθούν.

Η θετική έκβαση των προσπαθειών όλων των πλευρών σε αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να αναδιαμορφώσει το ελληνικό τουριστικό προϊόν, με τρόπο που θα εκπλήξει ευχάριστα, ενισχύοντας παράλληλα την ανθεκτικότητά του, έναντι διακυμάνσεων των ροών από το εξωτερικό.

Ας το τολμήσουμε!

ΥΓ: Σε έναν έντονο διάλογο στο ΔΣ του ΕΒΕΑ με τον Άδωνι Γεωργιάδη, όταν ήταν υπουργός Ανάπτυξης, εξήγησα ότι οι χρηματοδοτήσεις που δίδονται στα ξενοδοχεία, τις «βρίσκουμε» μπροστά μας σε επίπεδο τουριστικού προϊόντος, μετά από 15 και 20 χρόνια. Η εξαιρετική βαθμολογία των ελληνικών ξενοδοχείων τα τελευταία χρόνια, που τα φέρνει πρώτα μεταξύ των ανταγωνιστών, οφείλεται και στον εξαιρετικό αναπτυξιακό νόμο του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 2000.

Ας το έχουν υπόψη οι ταγοί της εξουσίας.

Αν το 2030-2035 τα ελληνικά ξενοδοχεία έχουν υποχωρήσει στην κατάταξη, θα ξέρουμε ποιοι ευθύνονται…

(*) Εκδότης του ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ, μέλος ΔΣ ΕΒΕΑ
Το σημείωμα του εκδότη στο τεύχος Ιανουαρίου του μηνιαίου περιοδικού ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Tagged
Προσθήκη σχολίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *