Ο Ebel παίζει μπάλα
Ο Ντετέκτιβ, που συνήθως στέκεται πίσω από τις κουρτίνες και σχολιάζει τα κακώς κείμενα, αυτή τη φορά κάνει μια εξαίρεση — και βγάζει πραγματικά το καπέλο του. Γιατί ό,τι συνέβη στο Ρέθυμνο δεν ήταν απλώς ένα τουρνουά ποδοσφαίρου μικρών διαστάσεων. Ήταν ένα μήνυμα. Ένα μήνυμα ότι η Ελλάδα μπορεί να κινείται, να δημιουργεί, να φέρνει κόσμο και να παράγει οικονομικό και τουριστικό αποτέλεσμα εκτός σεζόν. Και αυτό δεν έγινε τυχαία.
Ο CEO της TUI, Sebastian Ebel -φίλος της στρογγυλής θεάς”, δεν ταξίδεψε στην Κρήτη για τις φωτογραφίες και τα πρωτόκολλα. Πήγε για να δείξει εμπράκτως τι σημαίνει στρατηγικός εταίρος. Πήγε για να υπογραμμίσει τη σημασία της Κρήτης, της φιλοξενίας της, των ανθρώπων της, και να μιλήσει για τη μακρόχρονη σχέση που έχει χτιστεί ανάμεσα στην TUI και την Ελλάδα. Μίλησε για το SoCCA — τη διοργάνωση με 106 ομάδες από 35 χώρες που γέμισε το Ρέθυμνο σε μια περίοδο που άλλοτε οι πόλεις άδειαζαν. Και δεν το είπε τυχαία: «Αυτές οι δράσεις είναι το μέλλον. Έτσι επεκτείνεται η σεζόν, έτσι στηρίζεται η τοπική οικονομία».

Το γεύμα στο Agreco Farm, σε έναν χώρο γεμάτο συμβολισμό, έδωσε τον τόνο. Ήταν εκεί η Υπουργός Τουρισμού, ο Γενικός Γραμματέας του ΕΟΤ, οι άνθρωποι της SoCCA και της TUI. Δεν ήταν μια τυπική δεξίωση — ήταν μια συνάντηση ουσίας. Ο Ebel μίλησε με ενθουσιασμό για το νησί, για τους ξενοδόχους που, όπως είπε, «προσφέρουν ένα εξαιρετικό προϊόν που τιμά την Ελλάδα», και έθεσε τον πήχη ψηλά: στόχος η τουριστική περίοδος των 10 μηνών.
Εντυπωσιακή ήταν και η στρατηγική του ανάλυση: αναγνώρισε τις γεωπολιτικές πιέσεις και πώς αυτές επηρεάζουν τη δυνατότητα των τουριστών να ταξιδεύουν, τόνισε ότι η TUI επενδύει τόσο στις παραδοσιακές όσο και στις νέες αγορές — Ισπανία, Πολωνία, Τσεχία, Ρουμανία, ακόμη και στη Λατινική Αμερική. Και κατέληξε με μια ξεκάθαρη πρόταση: μια τριμερής συνεργασία TUI – Ξενοδόχων – ΕΟΤ για τον εμπλουτισμό του τουριστικού προϊόντος της Κρήτης, μέσα από εκδηλώσεις και θεματικά γεγονότα που θα κρατούν το νησί «ζωντανό» όλο τον χρόνο.

Μέχρι το Βερολίνο, όπως δεσμεύτηκαν, θα υπάρχει ένας οδικός χάρτης τέτοιων πρωτοβουλιών — και η TUI θα είναι εκεί, όχι μόνο με λόγια αλλά και με στήριξη αεροπορικών συνδέσεων, ώστε να γίνουν πραγματικότητα.
Ο Ντετέκτιβ δεν συνηθίζει να επαινεί, αλλά όταν βλέπει συνέπεια, στρατηγική και σεβασμό προς τη χώρα μας, το αναγνωρίζει. Γιατί αυτή η παρουσία, αυτή η στάση, αυτό το “We believe in Greece” που εκπέμπει η TUI, δεν είναι απλώς ένα επικοινωνιακό σύνθημα — είναι πράξη εμπιστοσύνης σε μια χώρα που αξίζει να διεκδικήσει 12μηνο τουρισμό.
Και ναι, το SoCCA στο Ρέθυμνο απέδειξε ότι όταν υπάρχει συνεργασία, όραμα και επένδυση στην ποιότητα, μπορείς να γεμίσεις ξενοδοχεία και δρόμους ακόμα και τον Οκτώβριο.
Μια φορά, λοιπόν, ο Ντετέκτιβ δεν ψάχνει το λάθος. Το βρίσκει σωστό. Και το χειροκροτεί δυνατά.
Αντί να αναβαθμίσουμε, υποβαθμίζουμε την τουριστική εκπαίδευση

Δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους.
Την ώρα που η Ελλάδα παλεύει με τεράστια έλλειψη προσωπικού στον τουρισμό, την ώρα που όλοι —κυβέρνηση, επιχειρηματίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα— παραδέχονται πως το μεγαλύτερο στοίχημα είναι η αναβάθμιση της εκπαίδευσης, το Υπουργείο αποφασίζει… υποβάθμιση. Με υπουργική απόφαση, οι ΑΣΤΕ, οι Ανώτερες Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης που εδώ και δεκαετίες αποτελούν φυτώριο στελεχών του ελληνικού τουρισμού, μειώνουν την διάρκεια των σπουδών από τέσσερα χρόνια σε τρία.
Δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν μιλάμε για μια μικρή διορθωτική ρύθμιση. Μιλάμε για μια απόφαση που ακυρώνει στην πράξη τη σοβαρότητα και το κύρος ενός θεσμού που στήριξε τον ελληνικό τουρισμό όσο λίγοι. Το πτυχίο των ΑΣΤΕ, που μέχρι σήμερα αντιστοιχούσε σε 240 ECTS και άνοιγε τον δρόμο για μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, πέφτει στα 180. Δηλαδή, χάνει την πανεπιστημιακή του ισοδυναμία και αποκλείει τους αποφοίτους από συνέχιση σπουδών σε ανώτερο επίπεδο.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες φοιτητές των ΑΣΤΕ θα θεωρούνται “λιγότερο” σπουδαγμένοι από τους συμφοιτητές τους σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή σχολή Φιλοξενίας, όπου τα προγράμματα είναι τετραετή. Και ποιος θα πληρώσει το τίμημα; Οι ίδιοι οι νέοι, που βλέπουν το μέλλον τους να μικραίνει όσο και οι σπουδές τους. Οι επιχειρήσεις, που θα αναζητούν εξειδικευμένο προσωπικό και δεν θα το βρίσκουν. Και, τελικά, η ίδια η χώρα, που περηφανεύεται για τον τουρισμό της, αλλά γκρεμίζει τις βάσεις πάνω στις οποίες αυτός χτίστηκε.
Και όλα αυτά εν έτει 2025, τη στιγμή που όλη η Ευρώπη κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: επενδύει στην εκπαίδευση, ενισχύει τα επαγγελματικά δικαιώματα, φροντίζει να εξοπλίσει τους νέους της με περισσότερα εφόδια — όχι λιγότερα. Εμείς, όμως, για ακόμη μια φορά, προτιμούμε το “εύκολο” από το σωστό.
Δεν είναι μόνο λάθος απόφαση. Είναι προσβολή στους ανθρώπους που διδάσκουν, που σπουδάζουν, που εργάζονται για να κρατήσουν τον ελληνικό τουρισμό στην κορυφή.
Και είναι να απορεί κανείς:
Ποιος μπορεί στ’ αλήθεια να πιστεύει ότι, μειώνοντας τα χρόνια σπουδών, θα αυξήσει την ποιότητα;
Ποιος μπορεί να θεωρεί πρόοδο τη συρρίκνωση της γνώσης;
Ο τουρισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία, αλλά για να έχει μέλλον, χρειάζεται μορφωμένους ανθρώπους, όχι πρόχειρους αποφοίτους.
Και όσο το κράτος αντιμετωπίζει τις σχολές αυτές σαν ένα «γραφειοκρατικό βάρος» και όχι σαν επένδυση στο μέλλον της χώρας, τόσο θα αποδεικνύουμε ότι, δυστυχώς, δεν μάθαμε τίποτα από την ίδια μας την επιτυχία.
Η ἰσχύς ἐν τῇ ἑνώσει
Α, η ελληνική φιλοξενία. Αυτή η μαγική λέξη που την επικαλούμαστε σαν προσευχή, την τυπώνουμε σε φυλλάδια, τη στολίζουμε σε ομιλίες, την κρεμάμε στα χείλη των επισήμων σαν μετάλλιο. Και ύστερα, όταν έρχεται η ώρα να δείξουμε στην πράξη τι σημαίνει «μαζί», «ενότητα» και «συνεργασία» — εκεί αρχίζει το δράμα. Ή, καλύτερα, η γνωστή ελληνική κωμωδία με τίτλο «Όλοι μαζί, αλλά ο καθένας μόνος του».
Κυκλοφόρησε λοιπόν πρόσφατα μια τουριστική έκδοση φορέα.
Μια καλαίσθητη έκδοση, με φωτογραφίες, μηνύματα, χαιρετισμούς… και μια αξιοσημείωτη απουσία. Μικρή στο χαρτί, μεγάλη στη σημειολογία. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς τα γράμματα για να τη βρει· αρκεί να νιώσει την ψύχρα της απουσίας και της μη πρόσκλησης.
Γιατί, κακά τα ψέματα, στον τουριστικό μας μικρόκοσμο οι εγωισμοί περισσεύουν. Ο καθένας θέλει να είναι η φωνή του τουρισμού, αλλά κανείς δεν αντέχει να ακούσει τη φωνή του άλλου. Έχουμε χτίσει τόσες «σχολές σκέψης» όσες και επιτροπές, τόσες «γραμμές» όσες και καρέκλες στις αίθουσες συνεδρίων. Και κάπως έτσι, από το “ελάτε όλοι μαζί”, φτάνουμε στο “δεν έχω τίποτα να προσθέσω”. Κυριολεκτικά.

Κι όμως, το σύνθημα υπάρχει. Δεν χρειάζεται να το ανακαλύψουμε. Το ξέραμε από παιδιά: ἰσχύς ἐν τῇ ἑνώσει. Παλιά το γράφαμε στα σχολικά βιβλία, τώρα το ξεχνάμε στα δελτία Τύπου. Και είναι κρίμα, γιατί σε μια εποχή που ο τουρισμός μάς κρατά όρθιους, επιμένουμε να ψάχνουμε ποιος έχει το πάνω χέρι αντί να δίνουμε όλοι μαζί το χέρι.
Η φιλοξενία δεν είναι μόνον υποδομές και νούμερα — είναι στάση ζωής. Είναι το πώς συμπεριφέρεσαι και προς τον συνάδελφο, όχι μόνο προς τον επισκέπτη. Και όταν ένα λεύκωμα, αφιερωμένο στην ουσία της, αποτυπώνει πιο πολύ την απουσία της ενότητας παρά την παρουσία της συνεργασίας, τότε κάτι πάει στραβά.
Δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια. Μερικές φορές, η απουσία ενός χαιρετισμού είναι πιο ηχηρή από όλες τις ευχές μαζί. Γιατί δείχνει πως, πίσω από τα χαμόγελα και τα συνέδρια, κρύβεται ακόμα η παλιά μας αδυναμία: να κάνουμε τα απλά, απλά.
Ο τουρισμός είναι ο καθρέφτης μας προς τον κόσμο. Κι όταν ο καθρέφτης ραγίζει, δεν φταίει η αντανάκλαση. Φταίει η διχόνοια. Αυτή που την έχουμε κληρονομιά και δεν λέμε να την αποποιηθούμε.
Λοιπόν, ας το θυμηθούμε μια φορά στα σοβαρά — ή έστω με λίγο χιούμορ: ἰσχύς ἐν τῇ ἑνώσει, όχι στις φωτογραφίες, αλλά στα έργα. Γιατί, αν συνεχίσουμε έτσι, το επόμενο λεύκωμα ίσως χρειαστεί να έχει τίτλο «Η φιλοξενία που χάσαμε μεταξύ μας».
Κύθηρα: το μέτρο της αυθεντικότητας και το στοίχημα του ελληνικού τουρισμού εμπειρίας
Ο ελληνικός τουρισμός βρίσκεται σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο. Από τη μία πλευρά, τα τελευταία χρόνια ζει τη διαρκή του άνοιξη: χρονιές ρεκόρ, εκρηκτικές αφίξεις, εντυπωσιακά έσοδα, συνεισφορά καθοριστική στα δημόσια οικονομικά. Μια βιομηχανία που έγινε πνεύμονας ανάπτυξης και, συχνά, ο μοναδικός σταθερός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας. Από την άλλη όμως, κάτω από τη λάμψη των αριθμών, διαγράφεται μια ανησυχία – σχεδόν υπαρξιακή: πόσο βιώσιμο είναι αυτό το μοντέλο;
Η διεθνής οικονομική αστάθεια, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι περιβαλλοντικές πιέσεις και –ίσως το πιο ουσιαστικό– η μεταβολή των συνηθειών των ταξιδιωτών, συνθέτουν ένα νέο περιβάλλον. Το ταξίδι πλέον δεν είναι θέμα μόνο “ήλιου και θάλασσας”. Είναι αναζήτηση εμπειρίας, αυθεντικότητας, προσωπικής σύνδεσης με τον τόπο. Και ακριβώς εδώ, τα Κύθηρα αποκτούν έναν ρόλο που υπερβαίνει το μέγεθός τους.

Σε μια εποχή που οι περισσότεροι προορισμοί “κατασκευάζουν” εμπειρίες, τα Κύθηρα ζουν την εμπειρία. Δεν χρειάζονται σκηνοθεσία: η φύση τους, η αρχιτεκτονική, οι ρυθμοί της καθημερινότητας, οι άνθρωποι με την απλότητα και τη φιλοξενία τους, συνθέτουν το πιο πολύτιμο αγαθό που σήμερα λείπει από τον τουρισμό — την αυθεντικότητα. Εβδομάδες μετά το τέλος της «αιχμής» του καλοκαιριού, το νησί εξακολουθεί να υποδέχεται επισκέπτες υψηλής ποιότητας, που αναζητούν όχι διασκέδαση, αλλά επαφή. Όχι επίδειξη, αλλά βίωμα.
Πίσω από αυτή τη διαρκή αναζωογόνηση του κυθηραϊκού τουρισμού βρίσκεται όμως και μια σοβαρή, μεθοδική διαχείριση. Ο δήμαρχος Στράτος Χαρχαλάκης και η ομάδα του έχουν επιλέξει να δουν τον τουρισμό όχι ως ευκαιριακή πηγή εσόδων, αλλά ως εργαλείο ανάπτυξης με κανόνες και ευθύνη. Η πρόσφατη διοργάνωση του διεθνούς συνεδρίου για τον τουρισμό στα Κύθηρα, με τη συμμετοχή επιστημόνων και ειδικών, δεν ήταν μια επικοινωνιακή κίνηση — ήταν μια δήλωση πρόθεσης: το νησί θέλει να συμμετέχει ενεργά στον διάλογο για το μέλλον του τουρισμού, να γίνει εργαστήριο ιδεών και προτάσεων.
Μέσα Οκτωβρίου και τα Κύθηρα σφύζουν από ζωή, από τουρίστες μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας, που κάνουν ποδήλατο, πεζοπορία, επισκέπτονται τα αξιοθέατα του νησιού με όλα τα μικρά οικογενειακά καταστήματα να είναι ανοιχτά και να πουλάνε τοπικά παραδοσιακά προϊόντα.
Παρά ταύτα, υπάρχουν πληγές που δεν κρύβονται. Το γεγονός ότι έχουν σταματήσει οι πτήσεις τσάρτερ λόγω της μη επέκτασης του διαδρόμου του αεροδρομίου είναι μια κραυγαλέα υπενθύμιση ότι ο τουρισμός δεν αντέχει στην αδράνεια. Χωρίς συνδέσεις, χωρίς υποδομές, χωρίς ορίζοντα επενδύσεων, η βιωσιμότητα των τοπικών επιχειρήσεων τίθεται υπό αμφισβήτηση. Και αυτό δεν αφορά μόνο τα Κύθηρα· αφορά συνολικά την Ελλάδα.

Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν ο ελληνικός τουρισμός θα συνεχίσει να φέρνει κόσμο. Θα φέρνει. Το ερώτημα είναι τι είδους κόσμο θέλουμε να φέρνει και με ποια ταυτότητα. Αν επιλέξουμε να πουλήσουμε απλώς «παραλίες» και «ήλιο», θα είμαστε εύθραυστοι, ευάλωτοι σε κάθε διεθνή κρίση. Αν όμως επενδύσουμε στην εμπειρία, στη γνώση, στην παιδεία των επαγγελματιών, στην αυθεντικότητα και στη διαχείριση των προορισμών μας, τότε θα έχουμε όχι μόνο τουρισμό — αλλά πολιτισμό φιλοξενίας.
Τα Κύθηρα δείχνουν τον δρόμο: μικρός τόπος, μεγάλος σεβασμός στην ουσία του τουρισμού. Και ίσως, τελικά, εκεί να βρίσκεται η απάντηση για το που πρέπει να στραφεί η Ελλάδα. Όχι σε περισσότερα «νούμερα», αλλά σε βαθύτερη ποιότητα. Γιατί η ποιότητα, όπως και τα Κύθηρα, δεν μετριέται — βιώνεται.
Κλειστές πόρτες και εικόνες ντροπής από το Δημόσιο
Πολλοί σύνεδροι, Έλληνες και ξένοι, βρέθηκαν στα Κύθηρα για να μιλήσουν για Τουρισμό. Έζησαν λοιπόν μια αυθεντική εμπειρία που δεν χρειάζεται επιδότηση ούτε storytelling. Στις τρεις το μεσημέρι, το Αρχαιολογικό Μουσείο Κυθήρων ήταν κλειστό, παρότι το ωράριο έλεγε ανοιχτό. Μάλλον είχε πάει για… εμπειρία ύπνου.
Και βέβαια, την ίδια ώρα, στο νησί υπήρχαν ξένοι και Έλληνες επισκέπτες — σύνεδροι, δημοσιογράφοι, άνθρωποι που ήρθαν να μιλήσουν για το πώς ο ελληνικός τουρισμός πρέπει να ανεβεί επίπεδο. Και κάπου ανάμεσα στα powerpoint, την “αειφορία” και τις “συνέργειες”, έκλεισε το μουσείο. Η καλύτερη περίληψη της χώρας σε ένα περιστατικό.

Γιατί, όπως φαίνεται, ο δημόσιος τομέας λειτουργεί μόνο θεωρητικά — στα χαρτιά, στα ΦΕΚ και στα δελτία Τύπου. Στην πράξη, η ζωή σταματά στις 15:00. Όχι από έλλειψη πόρων, αλλά από έλλειψη λογικής.

Αλλά δεν είναι μόνο τα Κύθηρα. Πίσω στην Αθήνα, στις τουαλέτες της Τεχνόπολης ή του Πρώτου Νεκροταφείου, ο πολιτισμός εξατμίζεται μαζί με τη χλωρίνη που δεν ρίχτηκε ποτέ. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί ο τουρισμός δεν μπορεί να αποκτήσει ταυτότητα. Μα, πώς να αποκτήσει, όταν η αισθητική της χώρας σταματά εκεί που αρχίζει η τουαλέτα; Οι φωτογραφίες είναι απογοητευτικές…
Κι όμως, είναι όλα τόσο προβλέψιμα. Μιλάμε για αναβάθμιση, για στρατηγική, για branding. Κι αν βρεθείς μπροστά σε κλειστή πόρτα μουσείου ή σε δημόσια τουαλέτα που μοιάζει με σκηνικό από μεταποκαλυπτική ταινία, το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να χαμογελάσεις. Είσαι στην Ελλάδα. Την πατρίδα της αντίφασης.
Εδώ, ο τουρισμός είναι “εμπειρία” γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου τύχει.
Μπορεί να βρεις μουσείο ανοιχτό — μπορεί και όχι. Μπορεί να βρεις καθαρή τουαλέτα — μάλλον όχι. Μπορεί να βρεις και τον υπάλληλο που θα σου πει “μα κύριε, τελείωσε η βάρδια”.
Και το ωραίο; Παρ’ όλα αυτά, οι τουρίστες ξανάρχονται. Ίσως γιατί η αληθινή εμπειρία βρίσκεται τελικά σε αυτή την παράλογη, σχεδόν ποιητική αδυναμία του ελληνικού δημοσίου να λειτουργήσει.
Ο Ντετέκτιβ δεν ξέρει αν αυτό λέγεται τουρισμός εμπειρίας ή εθνική αυτοσαμποτάζ.
Ξέρει όμως ότι ο πολιτισμός μιας χώρας φαίνεται από το αν το μουσείο της είναι ανοιχτό και η τουαλέτα της καθαρή.
Κι εκεί, φοβάμαι, η Ελλάδα ακόμα… κρατά το “Αναψυκτήριο κλειστόν”.
«Καταδυόμαστε με ρυθμούς… γραφειοκρατίας»
Ο Ντετέκτιβ είχε γράψει προ ημερών για τις απίστευτες καθυστερήσεις του υπουργείου Τουρισμού στα προγράμματα καταδυτικού τουρισμού. Και, τι να δει; Εγκρίθηκαν επιτέλους δύο αποφάσεις! Μόνο που εκκρεμούν άλλες σαράντα. Δηλαδή, στα νερά βουτάμε, στη γραφειοκρατία πνιγόμαστε.
Και μιλάμε για 8 εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, που αν συνεχίσουμε έτσι, θα ανακάμψουν τα νερά — όχι η οικονομία. Γιατί με τους ρυθμούς αυτούς, μέχρι να εγκριθούν οι υπόλοιπες, οι δύτες θα έχουν βγάλει κοράλλια στα αυτιά.
Αλλά το Χρήμα & Τουρισμός το είπε, το έψαξε, το αποκάλυψε — όπως κάνει πάντα, με ρεπορτάζ, όχι με ευχές.
Κι εκεί που ο Ντετέκτιβ ψάχνει στα αρχεία του υπουργείου, εμφανίζεται ο Νίκος Χριστοδουλάκης να μιλά για φορολόγηση των πλουσίων, θυμίζοντας λίγο από παλιό καλό ΠΑΣΟΚ — τότε που υπήρχαν πλούσιοι για να φορολογηθούν.
Μόνο που ο δικός μας Χρήστος Κώνστας, το Σάββατο, είχε ήδη ξεγυμνώσει το αφήγημα: σε ολόκληρο τον κόσμο, οι πλούσιοι απλώς αλλάζουν ταχυδρομικό κώδικα, δεν αλλάζουν συνείδηση.
Το Χρήμα & Τουρισμός, λοιπόν, μέσα σε μία εβδομάδα κατάφερε να δείξει και πώς πνίγεται η ανάπτυξη στα χαρτιά, και πώς οι πολιτικές ιδέες πνίγονται στη θεωρία.
Από τα βάθη της θάλασσας μέχρι τα βάθη της πολιτικής ρητορείας, ο Ντετέκτιβ ήταν πάλι εκεί: με φακό, ρεπορτάζ και ειρωνεία, ψάχνοντας πού στο καλό χάθηκε η κοινή λογική.
Γιατί στην Ελλάδα, για να γίνει μια κατάδυση, χρειάζεσαι εγκρίσεις, σφραγίδες και θαύμα.
Και για να γίνει ένα σοβαρό οικονομικό πρόγραμμα, χρειάζεται να σταματήσει το ΠΑΣΟΚ να κολυμπάει μεσοβέζικα μεταξύ νοσταλγίας και θεωρίας.
Μέχρι τότε, οι δύτες περιμένουν, τα εκατομμύρια λιμνάζουν, και ο Ντετέκτιβ κρατά σημειώσεις.
Κάποιοι, βλέπεις, δεν φοβούνται να βουτήξουν — ούτε στο νερό, ούτε στην αλήθεια.
Με τιμή
Ο ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ των διαδρόμων
(*) Οι εικονογραφήσεις δημιουργήθηκαν με την βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης


























