sev

ΣΕΒ : Πλεονάσματα 3,5% έως το 2022 – Το κάρο μπροστά από το άλογο…

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΟΝΕΥ

Τον έντονο προβληματισμό του για την προκαταρτική συμφωνία εκφράζει ο ΣΕΒ, στο τελευταίο Εβδομαδιαίο Δελτίο για την ελληνική οικονομία, τονίζοντας ότι η ιδιωτική οικονομία έχει άμεση ανάγκη από φορολογικές ελαφρύνσεις, καθώς με τα νέα μέτρα η κυβέρνηση «στύβει» περαιτέρω την αγορά.

Ειδικότερα, ο ΣΕΒ σημειώνει ότι η δεύτερη αξιολόγηση ολοκληρώνεται “μέσα σε ένα κλίμα αφενός θετικών προσδοκιών για την ομαλοποίηση των συνθηκών χρηματοδότησης της οικονομίας και αφετέρου αρνητικών εκτιμήσεων για την μετάθεση των μέτρων άμβλυνσης της υπερφορολόγησης της οικονομίας για το 2020!”

Όπως αναφέρει, “η ιδιωτική οικονομία έχει ανάγκη φορολογικών ελαφρύνσεων σήμερα. Όμως στη νέα προκαταρκτική συμφωνία, όχι μόνο μετατίθεται στο μέλλον η μείωση των φορολογικών συντελεστών, αλλά τελικά προβλέπεται να υλοποιηθεί μόνο στο βαθμό που έχει εξασφαλισθεί μεσοπρόθεσμα η υπερκάλυψη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5 π.μ. του ΑΕΠ.

Στο Εβδομαδιαίο Δελτίο του ΣΕΒ υπογραμμίζεται μεταξύ άλλων: “Ολοκληρώνεται η 2η αξιολόγηση μέσα σε ένα κλίμα αφενός θετικών προσδοκιών για την ομαλοποίηση των συνθηκών χρηματοδότησης της οικονομίας και αφετέρου αρνητικών εκτιμήσεων για την μετάθεση των μέτρων άμβλυνσης της υπερφορολόγησης της οικονομίας για το 2020! Η ιδιωτική οικονομία έχει ανάγκη φορολογικών ελαφρύνσεων σήμερα. Όμως στη νέα προκαταρκτική συμφωνία, όχι μόνο μετατίθεται στο μέλλον η μείωση των φορολογικών συντελεστών, αλλά τελικά προβλέπεται να υλοποιηθεί μόνο στο βαθμό που έχει εξασφαλισθεί μεσοπρόθεσμα η υπερκάλυψη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5 π.μ. του ΑΕΠ. Υλοποιείται, μάλιστα, σε ανταγωνισμό με μέτρα αύξησης κοινωνικών παροχών, και μόνο κατά το ποσοστό υπερκάλυψης του στόχου.

Ενώ, λοιπόν, προβλέπεται με βεβαιότητα μείωση του αφορολόγητου το 2020 και άρα αύξηση της φορολογίας για ευρύτερες ομάδες του πληθυσμού και πέραν αυτών που καλύπτονται σήμερα από το αφορολόγητο, η μείωση των φορολογικών συντελεστών και το μέγεθός τους παραπέμπεται στις καλένδες, με ελάχιστη ή μηδενική πιθανότητα υλοποίησης. Η αβεβαιότητα του μεγέθους, αλλά ακόμη και αυτής της ίδιας της μείωσης των φορολογικών συντελεστών, είναι μη φιλική προς την ανάπτυξη, και, ως εκ τούτου, καθηλώνει την οικονομική δραστηριότητα αντί να παρακινεί την ιδιωτική οικονομία να κάνει επενδύσεις, προεξοφλώντας θετικά το μέλλον.

Η κυβέρνηση, αντί να στύβει την αγορά για να παρουσιάσει προσωρινά πρωτογενή πλεονάσματα και να δέχεται να περικόπτονται συντάξεις, πρέπει να προωθήσει την ανάπτυξη. Καλό θα ήταν: α) να προετοιμάσει άμεσα 5-10 μεγάλα έργα υποδομών, σε σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα, και να βγει στις αγορές να προσελκύσει επενδυτές και χρηματοδότηση, β) να αποκαταστήσει άμεσα τη χρηματοδότηση των υγιών επιχειρήσεων μέσω ενός αποτελεσματικού θεσμικού πλαισίου για την αντιμετώπιση των προβληματικών δανείων, και γ) να μειώσει άμεσα τους φόρους και τις εισφορές, για να μειωθεί η ανεργία και να αυξηθούν τα εισοδήματα. Φυσικά η αμφισβήτηση των δημοσιονομικών στόχων αυτή τη στιγμή δεν θα ωφελήσει τη χώρα, καθώς η όποια αναπτυξιακή επίπτωση χαλάρωσής τους θα υπερκεραστεί από την επίπτωση ενός ανεπιθύμητου νέου κύκλου αβεβαιότητας. Έτσι μένει ένας μόνος δρόμος «εξόδου από τα μνημόνια» και ανάκαμψης της χώρας: Η χώρα και η δημόσια διοίκηση να αποκτήσουν ταχύτατα την ικανότητα διοίκησης ενός εξαιρετικά σύνθετου προγράμματος μεταρρυθμίσεων, ώστε επανακτώντας σταδιακά την εμπιστοσύνη των εταίρων να προχωρήσουμε σε ταχύτερη βελτίωση των φορολογικών συντελεστών”.

Οι οικονομικές εξελίξεις

Σχετικά με τις οικονομικές εξελίξεις, σημειώνεται ότι “περαιτέρω βελτίωση εμφάνισε τον Απρίλιο του 2017 το οικονομικό κλίμα, το οποίο διαμορφώθηκε στις 94,9 μονάδες (έναντι 93,4 μονάδες τον προηγούμενο μήνα), ως αποτέλεσμα της βελτίωσης των επιχειρηματικών προσδοκιών κυρίως στις υπηρεσίες και το λιανικό εμπόριο, ενώ παράλληλα ανακόπηκε η πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης (στις -72,2 μονάδες έναντι -74,4 τον προηγούμενο μήνα).

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και παρά την αίσθηση της αγοράς, ο όγκος των λιανικών πωλήσεων πλην καυσίμων αυξήθηκε κατά +9,1% τον Φεβρουάριο του 2017 (έναντι -5,5% τον Φεβρουάριο του 2016), ενισχύοντας εκ νέου την ανοδική τάση που διαγράφει από το φθινόπωρο του 2016, με τις περισσότερες κατηγορίες καταστημάτων να εμφανίζουν βελτιωμένο όγκο πωλήσεων το πρώτο δίμηνο του 2017 (+4,1% ο γενικός δείκτης). Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2017 συνεχίστηκε η εκροή καταθέσεων των νοικοκυριών (-€312 εκατ.), ενώ η μείωση του ετήσιου ρυθμού χρηματοδότησης των επιχειρήσεων επιβραδύνθηκε στο -0,2% (από -0,4% τον Φεβρουάριο του 2017)”.

Tagged
Προσθήκη σχολίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *