SOS από τους ειδικούς για την πλεονάζουσα χωρητικότητα στα ταξίδια το 2024

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Η πλεονάζουσα χωρητικότητα στην αγορά το επόμενο έτος θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο σε ολόκληρο τον ταξιδιωτικό τομέα, εάν δεν καλυφθεί από την καταναλωτική ζήτηση, προειδοποιούν οι ειδικοί.

Μιλώντας στο συνέδριο της Ένωσης Ανεξάρτητων Τουριστικών Πρακτόρων (AITO), που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, ο διευθυντής της Travel Trade Consultancy, Martin Alcock, εξέφρασε την ανησυχία για την  τρέχουσα οικονομική αβεβαιότητα, σε συνδυασμό με την πρόσθετη χωρητικότητα στην αγορά μαζικών ταξιδιών.

Σημειώνεται ότι οι μεγαλύτερες εταιρίες του κλάδου -η Jet2holidays, η ΤUI και η easyJet holidays- έχουν τοποθετήσει μαζί 3,3 εκατομμύρια επιπλέον αεροπορικές θέσεις στην αγορά μεταξύ Οκτωβρίου 2022 και Οκτωβρίου 2023. Ως αποτέλεσμα ο κ. Alcock είπε ότι η τουριστική βιομηχανία θα μπορούσε να γίνει μάρτυρας της “μεγαλύτερης αιχμής όλων των εποχών” -της παραδοσιακής περιόδου αιχμής των πωλήσεων τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο.

Προειδοποίησε, όμως, ότι η τρέχουσα οικονομική αβεβαιότητα μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα οι αερομεταφορείς να μείνουν με αδιάθετες θέσεις.

Είπε χαρακτηριστικά: “Δεν βλέπω ότι υπάρχει αρκετή ζήτηση. Ο μεγαλύτερος φόβος μου, όπως ο Ίκαρος που πετάει πολύ κοντά στον ήλιο, είναι ότι κάποιοι από αυτούς τους μεγάλους φορείς εκμετάλλευσης θα αποτύχουν. Αν δεν υπάρχουν οι προβλεπόμενες κρατήσεις, αυτό σημαίνει πιθανά προβλήματα, που θα έχουν αντίκτυπο στην υπόλοιπη αγορά”.

Οι 20 κορυφαίοι κάτοχοι Atol, που αντιπροσωπεύουν το 84% των επιβατών Atol, επιθυμούν να αυξήσουν τη χωρητικότητα κατά 25% και στα τέσσερα τρίμηνα του επόμενου έτους, σύμφωνα με τον κ. Alcock, ενώ αυτό δεν ισχύει “σε γενικές γραμμές” για τους υπόλοιπους κατόχους Atol, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το υπόλοιπο 16% των κατόχων Atol.

“Το επόμενο έτος [αυτές] οι εταιρίες είναι λιγότερο αισιόδοξες”, δήλωσε. Πρόσθεσε ότι, σύμφωνα με τις τρέχουσες προσδοκίες της Τράπεζας της Αγγλίας, τα επιτόκια δεν θα μειωθούν “πολύ σύντομα” και ότι οι αυξήσεις στους μισθούς θα χρειαστούν χρόνο για να διαχυθούν στην αγορά και να δημιουργήσουν έναν “παράγοντα ευεξίας” μεταξύ των καταναλωτών.

“Τα επίπεδα καταναλωτικής εμπιστοσύνης είναι πολύ χαμηλά. Ενώ, βελτιώθηκαν προηγουμένως, μόλις άρχισαν να υποχωρούν και πάλι”, σημείωσε.

Ωστόσο, ανέφερε ότι η είδηση στη φθινοπωρινή ανακοίνωση της βρετανικής κυβέρνησης, αυτή την εβδομάδα, για τη μείωση κατά 2% του κύριου συντελεστή Εθνικής Ασφάλισης των εργαζομένων από 12% σε 10%, από τις 6 Ιανουαρίου 2024, που ισοδυναμεί, όπως είπε, με περίπου 100 λίρες ετησίως για ένα μέσο μισθό, ήταν πιθανό να έχει πολύ μικρό αντίκτυπο στους πελάτες των εταιριών της AITO.

 

Tagged
Προσθήκη σχολίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *