money tourism copyright photo
money tourism copyright photo

Τι ισχύει για χορήγηση αδείας και επιδόματος σε εποχικούς εργαζόμενους που έχουν τεθεί σε αναστολή | ΕΓΓΡΑΦΟ

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΦΟΡΕΙΣ

Διευκρινίσεις παρέχει για την χορήγηση αδείας και επιδόματος σε εποχικούς εργαζόμενους που έχουν τεθεί σε αναστολή, το υπουργείο Εργασίας, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα που υπέβαλλε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, “…οι εποχικοί εργαζόμενοι που αναφέρετε στο έγγραφό σας δικαιούνται άδεια και επίδομα αδείας για όσο διάστημα συνδέονταν µε σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας µε την ξενοδοχειακή μονάδα. Δεδομένου ότι λύθηκε η σχέση εργασίας τους χωρίς να λάβουν αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας, οι εν λόγω εργαζόμενοι δικαιούνται αποζημίωση µη ληφθείσας αδείας και επιδόματος αδείας υπολογιζόμενα σύμφωνα µε τις αποδοχές που θα ελάμβαναν οι εν λόγω εργαζόμενοι εάν τους είχε χορηγηθεί η άδεια, δηλαδή σύμφωνα µε τον μισθό που αναγράφεται στη σύμβαση εργασίας τους”.

Η διευκρίνιση

Η διευκρίνιση του υπουργείου Εργασίας, έχει ως εξής:

“Απαντώντας επί του ανωτέρω σχετικού, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων µας, και σε ότι αφορά στην ετήσια κανονική άδεια, καθώς και στο επίδομα αδείας εποχικών υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε αναστολή, σας γνωρίζουμε τα εξής:

Σύμφωνα µε την παρ. 2 του άρθρου 11 της απλό 20.03.4020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, «Κατεπείγοντα µέτερα για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού «ΟΝΙΌ-19, τη στήριξη της κοινωνίας και της επιχειρηματικότητας και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και της δημόσιας διοίκησης» (Α’68], «.«Επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, που πλήττονται σημαντικά, λόγω των αρνητικών συνεπειών του φαινομένου του κορωνοϊού-ζΟΝΙΌ 19, δύνανται να αναστέλλουν τις συμβάσεις εργασίας μέρους ἡ του συνόλου του προσωπικού τους, προκειμένου να προσαρμοστούν οι λειτουργικές ανάγκες τους στο δυσμενές περιβάλλον που δημιουργείται…».

Η ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΕΔΩ

Η αναστολή της εργασιακής σχέσης, αναστέλλει κατ’ αρχήν την εκτέλεση των υποχρεώσεων των μερών για το χρονικό διάστημα αυτής, όμως δεν την καταλύει. Απλώς αναστέλλει την ενέργεια και τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης, µε διατήρησή της όμως προς το σκοπό της συνέχισής της, όταν εκλείψει ο λόγος αναστολής. Η αναστολή αναφέρεται στις κύριες υποχρεώσεις των μερών από την εργασιακή σχέση, δηλαδή στην υποχρέωση παροχής της συμφωνημένης εργασίας και σ’ εκείνη της υποχρέωσης καταβολής του συμφωνημένου ή νόμιμου μισθού. Αντιθέτως, οι λοιπές παρεπόμενες υποχρεώσεις των μερών δεν επηρεάζονται, ενώ ο χρόνος αναστολής υπολογίζεται κατά κανόνα, ως χρόνος εργασίας για όλα τα δικαιώματα του εργαζόμενου, που στηρίζονται στην απασχόλησή του (Α.Π. 3147/53, 463/63, Πρωτ. Θεσ/κης 30/60, Α.Π. 231/53, Π. Θεσ/κης 1312/72,Α.Π. 7541/87 κλπ.,Ι. Κουκιάδης: εργατικό δίκαιο 1984 σελ. 643- 649].

Ειδικότερα και σε ότι αφορά την ετήσια κανονική άδεια των μισθωτών, επισημαίνεται ότι σύμφωνα µε την παρ.6 του αρ.2 του Α.Ν. 539/1945, για τον υπολογισμό του χρόνου απασχόλησης των μισθωτών, τα διαστήματα, κατά τα οποία ο µμισθωτός απείχε ή απέχει από την εργασία του, λόγω βραχείας ασθενείας στρατεύσεως, απεργίας, ανταπεργίαςή ανωτέρας βίας, δεν θεωρούνται ως χρόνος µη απασχολήσεως, ούτε συμψηφίζονται µε τις ημέρες αδείας τις οποίες αυτός δικαιούται.

ksd αδείας
adv

Ενόψει των ανωτέρω νομικών και νομολογικών δεδομένων, καθίσταται εμφανές ότι οι εργαζόμενοι που τελούν σε αναστολή της εργασιακής τους σχέσης, είτε λόγω απαγόρευσης λειτουργίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης στην οποία εργάζονται, µε εντολή δημόσιας αρχής, είτε επειδή οι Επιχειρήσεις στις οποίες εργάζονται έχουν προβεί σε αναστολή των συμβάσεων εργασίας μέρους ή συνόλου των εργαζομένων τους, προκειμένου να προσαρμόσουν τις λειτουργικές ανάγκες τους στο δυσμενές περιβάλλον που δημιουργείται, εξακολουθούν να δικαιούνται άδεια και επίδομα αδείας καθώς ο χρόνος αναστολής υπολογίζεται ως χρόνος εργασίας για τα συγκεκριμένα δικαιώματα.

Πιο συγκεκριμένα ισχύουν και για αυτούς, τα ακόλουθα:

Σύμφωνα µε το άρθρο 14 του Ν. 3302/2004 (ΦΕΚ 267/ Α’/28-12-2004), καθώς και την αρ. πρωτ. 3392/01-03-2005 εγκύκλιο του Υπουργού Απασχόλησης, κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται µε σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια µε αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση.

Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό] µε βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτό. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας 20 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργασίμων ημερών επί εξαήμερου, η  οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους εντός του οποίου προσελήφθη ο µμισθωτός, να χορηγήσει τμηματικά την ετήσια κανονική άδεια µε αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησης του στην υπόχρεη επιχείρηση. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια µε αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησης του στην υπόχρεη επιχείρηση Και υπολογίζεται όπως ανωτέρω.

Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά µία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες σε περίπτωση εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ἡ μέχρι τις είκοσι δύο (22) ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος καθώς και τα επόμενα ο µμισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού.

Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα µε τις διατάξεις του ἀρ.6 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2000/2001, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή  προϋπηρεσία 42 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και µε οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 25 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.

Από 01-01-2008 (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2008/2009}, μετά τη συμπλήρωση 25ετοὺς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας δικαιούνται µία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα, δηλ. συνολικά τριάντα µία (31) ημέρες επί εξαήμερου και είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου.

Εκτός από τις αποδοχές αδείας οι µμισθωτοί δικαιούνται να λάβουν και «Επίδομα αδείας» (αρ. 3 Ν. 4504/66). Το επίδομα της αδείας υπολογίζεται, όπως υπολογίζονται και οι αποδοχές της αδείας, µε τον περιορισμό, ότι δεν μπορεί να υπερβεί το μισό μισθό για όσους µισθωτούς αμείβονται µε μισθό, και τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται µε ημερομίσθιο ἡ µε ποσοστά, κ.λπ..

Επιπλέον και σε ότι αφορά στο επίδομα αδείας, αυτό µε βάση τις γενικές διατάξεις για την άδεια, ακολουθεί την άδεια και καταβάλλεται, από τον εργοδότη, μαζί µε τις αποδοχές αδείας του μισθωτού, κατά την έναρξη της αδείας του μισθωτού, κατ’ αναλογία πάντα των ημερών αδείας που λαμβάνει κάθε φορά ο μισθωτός.

Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας μισθωτού µε οποιονδήποτε τρόπο (απόλυση, αποχώρηση απ’ την εργασία κ.λπ.) πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται από τον εργοδότη, σύμφωνα µε το άρθρο 1, παρ. 3 του Ν. 1346/1983, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας σύμφωνα µε τις αποδοχές που Θα ελάμβανε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια.

Η αποζημίωση αδείας καθώς και το επίδομα αδείας θα πρέπει, σύμφωνα και µε την υπ. Αρ. 97/09 Απόφαση του Αρείου Πάγου, να λαμβάνονται από τον εργαζόμενο κατά το χρόνο της λύσης της σχέσης εργασίας, που αποτελεί και τη δήλη ημέρα πληρωμής.

Εύλογο είναι ότι το ίδιο ισχύει και επί συμβάσεων ορισμένου χρόνου των οποίων η διάρκεια έληξε χωρίς να έχει χορηγηθεί η νομίμως προβλεπόμενη άδεια.

Εν’ όψει των ανωτέρω νομικών και νομολογικών δεδομένων, καθίσταται εμφανές ότι οι εποχικοί εργαζόμενοι που αναφέρετε στο έγγραφό σας δικαιούνται άδεια και επίδομα αδείας για όσο διάστημα συνδέονταν µε σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας µε την ξενοδοχειακή μονάδα.

Δεδομένου ότι λύθηκε η σχέση εργασίας τους χωρίς να λάβουν αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας, οι εν λόγω εργαζόμενοι δικαιούνται αποζημίωση µη ληφθείσας αδείας και επιδόματος αδείας υπολογιζόμενα σύμφωνα µε τις αποδοχές που θα ελάμβαναν οι εν λόγω εργαζόμενοι εάν τους είχε χορηγηθεί η άδεια, δηλαδή σύμφωνα µε τον μισθό που αναγράφεται στη σύμβαση εργασίας τους.

Ενόψει των ανωτέρω, σας κάνουμε γνωστό ότι τα ερωτήματα που σας απασχολούν θα πρέπει να αντιμετωπισθούν µε βάση το προεκτεθέν νομικό και νομολογιακό πλαίσιο”.

 

Tagged
Προσθήκη σχολίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *