Η παγκόσμια αεροπορική βιομηχανία καλείται να διαχειριστεί ένα πρόσθετο κόστος άνω των 11 δισ. δολαρίων μέσα στο 2025, εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων στην παραγωγή και τον εφοδιασμό νέων αεροσκαφών.
Η εκτίμηση προέρχεται από μελέτη της Διεθνούς Ένωσης Αερομεταφορών (IATA) σε συνεργασία με την Oliver Wyman και αποτυπώνει το εύρος των πιέσεων που αντιμετωπίζει ο κλάδος.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το μεγαλύτερο μέρος του κόστους αφορά τα καύσιμα: περίπου 4,2 δισ. δολάρια επιπλέον, καθώς οι εταιρείες αναγκάζονται να πετούν με παλαιότερα, λιγότερο αποδοτικά αεροπλάνα. Στα 3,1 δισ. δολάρια υπολογίζεται η αυξημένη δαπάνη για συντήρηση, ενώ περίπου 2,6 δισ. δολάρια κατευθύνονται σε μίσθωση κινητήρων που δεν μπορούν να επισκευαστούν έγκαιρα λόγω ελλείψεων. Τέλος, άλλα 1,4 δισ. δολάρια αφορούν τη δημιουργία αποθεμάτων ανταλλακτικών, προκειμένου οι αεροπορικές να μειώσουν τον κίνδυνο ακινητοποίησης στόλου.
Η κρίση έχει τις ρίζες της στις σημαντικές καθυστερήσεις των μεγάλων κατασκευαστών, Boeing και Airbus, αλλά και στον κατακερματισμό της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, οι περιορισμοί σε πρώτες ύλες και εξαρτήματα και η αυξημένη ζήτηση από τον αμυντικό τομέα δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που οδηγεί σε χρόνιες καθυστερήσεις.
Ο Γενικός Διευθυντής της IATA, Willie Walsh, μιλώντας στο Reuters, χαρακτήρισε την κατάσταση «πρωτοφανή» και προειδοποίησε ότι οι επιβαρύνσεις απειλούν άμεσα τη βιωσιμότητα των εταιρειών. Όπως σημείωσε, η αδυναμία ανανέωσης στόλου όχι μόνο αυξάνει το λειτουργικό κόστος, αλλά και εμποδίζει την επίτευξη των στόχων για μείωση εκπομπών ρύπων, καθώς τα νέα αεροσκάφη είναι σαφώς πιο αποδοτικά ενεργειακά.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι ακόμη και αν το πρόσθετο κόστος αποδειχθεί τελικά μικρότερο, η επιβάρυνση παραμένει τεράστια. Η εικόνα ενδέχεται να μεταφραστεί σε υψηλότερους ναύλους, μειωμένη διαθεσιμότητα πτήσεων και έντονη πίεση στις μικρότερες αεροπορικές, που δεν διαθέτουν την οικονομική ευχέρεια να απορροφήσουν τις απώλειες.
Για τη βιομηχανία, η κρίση αυτή λειτουργεί ως καμπανάκι για την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας στις εφοδιαστικές αλυσίδες και διαφοροποίησης των πηγών προμηθειών. Μέχρι τότε, οι αεροπορικές και οι επιβάτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν το τίμημα της έλλειψης νέων αεροσκαφών.


























