Σε φάση σταδιακής ανάκαμψης των παραγωγικών της δυνατοτήτων εισέρχεται η ελληνική οικονομία, σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank Research με τίτλο «7 Ημέρες Οικονομία», καθώς για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά καταγράφηκε θετικό πρόσημο στις καθαρές επενδύσεις παγίων.
Η μελέτη επισημαίνει ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους δεν συρρικνώθηκε μόνο το πραγματικό ΑΕΠ, αλλά και οι παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, μέσω της μείωσης του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, του εργατικού δυναμικού και της συνολικής παραγωγικότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurobank Research, την περίοδο 2010-2021 οι καθαρές επενδύσεις παγίων παρέμειναν αρνητικές για 12 συνεχόμενα χρόνια, οδηγώντας σε συνολική μείωση του παγίου κεφαλαίου κατά 88,7 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές.
Ωστόσο, από το 2022 και μετά η εικόνα άλλαξε. Το 2025 ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου διαμορφώθηκε στο 16,9% του ονομαστικού ΑΕΠ και οι αποσβέσεις στο 12,9%, με αποτέλεσμα οι καθαρές επενδύσεις παγίων να ενισχυθούν στο 3,9% του ΑΕΠ, από 2,9% το 2024, 2,5% το 2023 και 2,0% το 2022.
Κατά την τετραετία 2022-2025, ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε συνολικά κατά 26,4 δισ. ευρώ, ανακτώντας περίπου το 29,8% των απωλειών της περιόδου 2010-2021. Τη μεγαλύτερη συμβολή στην ανάκαμψη είχαν οι μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις και ακολούθησε η γενική κυβέρνηση.
Η Eurobank αποδίδει τη βελτίωση αυτή, μεταξύ άλλων, στη στήριξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αλλά και στη βελτίωση της δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής εικόνας της χώρας, στοιχείο που συνδέεται και με την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.
Η ανάλυση επισημαίνει επίσης ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων, τόσο σε όγκο όσο και σε παραγωγικό αποτύπωμα, καθώς εξακολουθούν να υπολείπονται του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Παράλληλα, τονίζεται ότι η αύξηση των επενδύσεων θα πρέπει να συνοδεύεται από μεγαλύτερη συμμετοχή της εγχώριας αποταμίευσης στη χρηματοδότησή τους, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος διεύρυνσης του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.
Στο πεδίο της αποταμίευσης, το 2025 η συνολική αποταμίευση ανήλθε στο 11,7% του ΑΕΠ ή 29 δισ. ευρώ, έναντι 10,9% το 2024, με θετική συμβολή κυρίως από τις μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις και τη γενική κυβέρνηση. Αντίθετα, η αποταμίευση των νοικοκυριών παρέμεινε αρνητική στο -1,8% του ΑΕΠ.
Η έκθεση καταγράφει και βελτίωση στην αγορά εργασίας. Το εργατικό δυναμικό, που είχε μειωθεί κατά 299,2 χιλ. άτομα την περίοδο 2010-2019, αυξήθηκε το 2025 στα 4,76 εκατ. άτομα, ενισχυμένο κατά 31,8 χιλ. σε σχέση με το 2019, ενώ το ποσοστό συμμετοχής ανήλθε στο 52,9% από 52,0%.
Συνοψίζοντας, η Eurobank Research εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της τη μακρά περίοδο αποεπένδυσης και σταδιακά ανακτά τις παραγωγικές της δυνατότητες. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η διατηρήσιμη ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής προϋποθέτει περαιτέρω αύξηση των επενδύσεων, ενίσχυση της αποταμίευσης, βελτίωση της παραγωγικότητας και ενδυνάμωση του εργατικού δυναμικού.


























