Οι καθυστερήσεις στον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας στην Ευρώπη δεν μπορούν να επιλυθούν χωρίς “μετασχηματισμό” του συστήματος διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας. Αυτό αναφέρει ο ευρωπαϊκός φορέας διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας Eurocontrol σε πρόσφατη έκθεσή του σχετικά με την αεροπορική χωρητικότητα, το κόστος του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας και τις καθυστερήσεις πτήσεων τα τελευταία 20 χρόνια.
Η έκθεση αξιολόγησης των επιδόσεων του Eurocontrol επιβεβαιώνει ότι οι καθυστερήσεις στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας “εκτοξεύτηκαν” πέρυσι και σημειώνει ότι αν και το 57% αποδόθηκε στις κακές καιρικές συνθήκες, η έλλειψη ελεγκτών ήταν “σε γενικές γραμμές ένας παράγοντας”.
Υποστηρίζει ότι τα τρέχοντα σχέδια χωρητικότητας της εναέριας κυκλοφορίας “δεν ανταποκρίνονται στο επίπεδο στόχων για το 2024 και συνεχίζουν να υπολείπονται για την επόμενη πενταετία” και προειδοποιεί για συνεχείς διαταραχές, υποστηρίζοντας: “Τα ανεπαρκή σχέδια χωρητικότητας και οι μειωμένες ή αναβληθείσες προσλήψεις [ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας] είναι πιθανό να έχουν σημαντικό αντίκτυπο όσον αφορά τις καθυστερήσεις”.
Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “είναι ζωτικής σημασίας να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ της απόδοσης του κόστους και της ποιότητας των υπηρεσιών” και υποστηρίζει “ότι μια συνολική βελτίωση θα απαιτήσει μετασχηματιστικές και όχι εξελικτικές αλλαγές”.
Σύμφωνα με τον Eurocontrol, η πίεση για εξοικονόμηση κόστους στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας είναι ακόμη υψηλή, με αποτέλεσμα να αποτελεί πρόκληση η εξασφάλιση επαρκούς αριθμού ειδικευμένων ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας. Προτρέπει δε σε επανεξέταση του τρόπου λειτουργίας του συστήματος σε συνθήκες “σημαντικού κατακερματισμού”.
Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι η δέσμευση των κυβερνήσεων για την ανάπτυξη ενός ενιαίου ευρωπαϊκού ουρανού είναι ακόμη ελλιπής.
Η έκθεση αναφέρει πώς “η ισχυρή εστίαση στη διαχείριση του κόστους διατήρησε το επίπεδο του κόστους διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας (ΑΤΜ) σχεδόν αμετάβλητο από το 2012 έως το 2019, εν μέσω της ισχυρής αύξησης της κυκλοφορίας. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στην εναέρια κυκλοφορία αυξήθηκαν σταδιακά κατά την περίοδο αυτή και “εκτινάχθηκαν” το 2018-19 λόγω των υποκείμενων προκλήσεων όσον αφορά τη χωρητικότητα”.
Όταν η κυκλοφορία επανήλθε μετά την πανδημία, ο Eurocontrol σημειώνει ότι γρήγορα έγινε σαφές ότι “πολλά από τα προβλήματα χωρητικότητας δεν είχαν επιλυθεί και το δίκτυο ATM δεν ήταν έτοιμο να υποστηρίξει τα επίπεδα ζήτησης”.
Σημειώνει ότι “η ακρίβεια το περασμένο καλοκαίρι ήταν ελαφρώς καλύτερη από ό,τι το καλοκαίρι του 2022, αλλά υποβαθμίστηκε περαιτέρω συνολικά στη χειρότερη της τελευταίας 20ετίας, με λιγότερο από το 71% των πτήσεων να προσγειώνονται εντός 15 λεπτών από την προγραμματισμένη ώρα”.
Η έκθεση υποδεικνύει “ότι ο έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας δεν ήταν η κύρια αιτία για τις καθυστερήσεις, αλλά συνέβαλε στην κακή συνολική απόδοση”.Και προειδοποιεί: “Το Ευρωπαϊκό ΑΤΜ θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει προκλήσεις για την ευθυγράμμιση της χωρητικότητας με τη ζήτηση”.
Οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 και ο πόλεμος που ακολούθησε αύξησαν τους περιορισμούς στη χωρητικότητα του ευρωπαϊκού εναέριου χώρου.
Σύμφωνα με την έκθεση του Eurocontrol, το κλείσιμο του ουκρανικού εναέριου χώρου ενισχύθηκε από τις αμοιβαίες απαγορεύσεις του εναέριου χώρου της Ρωσίας και είχε ως αποτέλεσμα τoν αποκλεισμό πολλών σημαντικών αεροπορικών οδών ανατολής-δύσης μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, με τις πτήσεις να αναγκάζονται να κάνουν εκτροπή.
Ο πόλεμος είχε επίσης “άμεσο επιχειρησιακό και οικονομικό αντίκτυπο στα γειτονικά κράτη” και οδήγησε σε “αύξηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και των απαιτήσεων εκπαίδευσης”στον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο”.
Ωστόσο, η έκθεση υποστηρίζει ότι: “Ένας σημαντικός αριθμός κρατών μελών χρησιμοποιεί την πιο περιοριστική προσέγγιση για τη διαχείριση του εναέριου χώρου. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την ευέλικτη χρήση του εναέριου χώρου, σύμφωνα με την οποία η δέσμευση εναέριου χώρου για [στρατιωτική χρήση] πρέπει να έχει προσωρινό χαρακτήρα, να εφαρμόζεται μόνο κατά τη διάρκεια περιορισμένων περιόδων και να αποδεσμεύεται μόλις παύσει η δραστηριότητα.
Προτείνει: “Τα Σαββατοκύριακα, όταν ο στρατός γενικά δεν έχει εκπαιδευτικές ανάγκες, ολόκληρος ο εναέριος χώρος πάνω από την Ευρώπη θα μπορούσε να διατεθεί για πολιτική χρήση, οδηγώντας σε μείωση των χρόνων πτήσης, των καυσίμων και των εκπομπών CO2”.


























