Η Ινδία και η Κίνα ανακοίνωσαν ότι θα επαναφέρουν μέσα στον Οκτώβριο τις απευθείας αεροπορικές συνδέσεις μεταξύ συγκεκριμένων πόλεων, βάζοντας τέλος σε μια διακοπή που διήρκεσε περισσότερο από πέντε χρόνια. Οι πτήσεις είχαν ανασταλεί το 2020, σε μια περίοδο εντάσεων και αβεβαιότητας στις διμερείς σχέσεις, παρότι η Κίνα παραμένει μέχρι σήμερα ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ινδίας.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια πιο προσεκτική, αλλά ουσιαστική, αποκλιμάκωση στην ατμόσφαιρα μεταξύ των δύο χωρών. Έρχεται λίγες εβδομάδες μετά την πρώτη επίσκεψη του Ινδού πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι στην Κίνα ύστερα από επτά χρόνια, με αφορμή τη συμμετοχή του στη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης. Εκεί, οι συνομιλίες του με τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ έδωσαν το στίγμα για μια νέα προσέγγιση: οι δύο πλευρές συμφώνησαν να αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως «αναπτυξιακούς εταίρους και όχι αντιπάλους».
Στο τραπέζι τέθηκαν ζητήματα εμπορίου και επενδύσεων, με τον Μόντι να εκφράζει την ανησυχία του για το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα που χωρίζει τις δύο χώρες και το οποίο αγγίζει τα 99,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη για ειρήνη και σταθερότητα στα αμφισβητούμενα σύνορα, εκεί όπου το 2020 είχε ξεσπάσει μια αιματηρή σύγκρουση, η οποία εγκλώβισε τις σχέσεις σε πενταετή στρατιωτική αντιπαράθεση.
Η επανεκκίνηση των πτήσεων, πέρα από το προφανές πρακτικό όφελος στη μετακίνηση ανθρώπων και αγαθών, έχει και ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Δείχνει ότι, έστω και με διστακτικά βήματα, Πεκίνο και Νέο Δελχί αναγνωρίζουν την ανάγκη να αποκαταστήσουν γέφυρες επικοινωνίας και συνεργασίας σε μια εποχή διεθνούς εμπορικής αβεβαιότητας και γεωπολιτικών προκλήσεων. Για τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ασίας, που συγκεντρώνουν τεράστιο μερίδιο του παγκόσμιου πληθυσμού και της παραγωγής, η κίνηση αυτή μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για μια πιο ισορροπημένη σχέση, με αντίκτυπο όχι μόνο στις διμερείς συναλλαγές αλλά και στη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.


























