Σαφές μήνυμα στήριξης προς τη βιομηχανία και τις επιχειρήσεις ευρύτερα, με έμφαση στη μείωση του ενεργειακού κόστους, έστειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ, «Παραγωγικότητα: Εθνικός Στόχος, Συλλογική Ευθύνη» #SEV4Growth, το βράδυ της Τρίτης (7/10). Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι «πολύ σύντομα» θα ανακοινωθεί συνολικό σχέδιο παρεμβάσεων, με στόχο να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ο ίδιος σημείωσε ότι οι παρεμβάσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια ήταν σημαντικές, υπενθυμίζοντας ότι οι ενισχύσεις προς τον κλάδο από 245 εκατ. ευρώ το 2019, ανήλθαν στα 530 εκατ. ευρώ το 2024. Την ίδια στιγμή, η αντιστάθμιση ρύπων εκτοξεύθηκε από 52 εκατ. ευρώ το 2019, σε 272 εκατ. ευρώ πέρυσι. «Μιλάμε για εκατοντάδες εκατομμύρια που διοχετεύθηκαν με στόχο να μειωθεί το βάρος της ενέργειας στις επιχειρήσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Προτεραιότητα οι ενεργοβόρες βιομηχανίες
Το νέο πακέτο μέτρων, όπως ξεκαθάρισε, θα αφορά κατά προτεραιότητα τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται και άλλες κατηγορίες επιχειρήσεων. «Η λύση θα πρέπει να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: να ενισχύει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα, να κινείται μέσα στα εθνικά δημοσιονομικά περιθώρια και να στηρίζει πρωτίστως τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, αλλά, όσο είναι εφικτό, να έχει και μια ευρύτερη περίμετρο ωφελούμενων», είπε ο κ. Μητσοτάκης.
Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά τα αντίστοιχα μέτρα που λαμβάνουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο να αξιοποιηθούν τα κατάλληλα εργαλεία και στην Ελλάδα. Όπως πρόσθεσε, «η διεθνής ανταγωνιστικότητα είναι μια συνεχής άσκηση και η πολιτεία οφείλει να βρίσκεται δίπλα στις επιχειρήσεις».
Η στροφή στις ΑΠΕ και το ενεργειακό ισοζύγιο
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην πρόοδο που έχει σημειώσει η χώρα στην παραγωγή ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές, οι οποίες καλύπτουν πλέον πάνω από το 50% των ετήσιων αναγκών σε ηλεκτρισμό. Για πρώτη φορά το 2024, η Ελλάδα κατέστη καθαρός εξαγωγέας ενέργειας. «Αυτό σημαίνει ότι πλησιάζουμε στη στιγμή που θα βελτιωθεί το εμπορικό μας ισοζύγιο, αλλά και θα μειωθεί το ενεργειακό κόστος κατανάλωσης. Πρόκειται για πραγματική αλλαγή στο εθνικό αναπτυξιακό υπόδειγμα», ανέφερε.
Ο κ. Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι το ενεργειακό κόστος έχει απορροφηθεί σε μεγάλο βαθμό μέσω της αντιστάθμισης ρύπων, της μείωσης των χρεώσεων για ΕΤΜΕΑΡ, ΥΚΩ και ειδικό φόρο κατανάλωσης στη βιομηχανία, ενώ διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει σταθερά τον κλάδο.
Ανταγωνιστικότητα και ανάπτυξη
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η μεταποίηση και η βιομηχανία έχουν καταγράψει θεαματική άνοδο τα τελευταία χρόνια. Από το 2019, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά περισσότερο από 25%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος δεν ξεπέρασε το 3%. «Αυτή η πρόοδος δεν είναι άσχετη με τις πολιτικές που εφαρμόσαμε για τη στήριξη της βιομηχανίας», σημείωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, την τελευταία πενταετία οι εργοδότες στη μεταποίηση αυξήθηκαν κατά 10%, οι επιχειρήσεις του κλάδου κατά 3.000 και οι εργαζόμενοι κατά 18%, φτάνοντας στους 60.000. Οι μέσες αποδοχές αυξήθηκαν κατά 21%, με τον μέσο μισθό να ξεπερνά τα 1.500 ευρώ. «Η πρόοδος είναι αναμφισβήτητη, αλλά η αποστολή μας δεν έχει ολοκληρωθεί», τόνισε, αναγνωρίζοντας ότι η παραγωγικότητα και η απασχόληση δεν έχουν φτάσει ακόμη τα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Μήνυμα σταθερότητας
Κλείνοντας την ομιλία του, ο πρωθυπουργός έστειλε μήνυμα πολιτικής σταθερότητας, σημειώνοντας ότι «όσα κατακτήθηκαν μέχρι σήμερα δεν προέκυψαν εύκολα και αύριο μπορεί να μην είναι δεδομένα». Υπογράμμισε ότι η διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας, η επένδυση στους ανθρώπους και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αποτελούν τους τρεις κρίσιμους όρους για τη γόνιμη εθνική διαδρομή.
«Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να πετυχαίνει στόχους που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητοι. Το ίδιο θα συμβεί και με το ενεργειακό κόστος, που θα μειωθεί σταθερά, ενισχύοντας τη βιομηχανία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας μας», κατέληξε.
Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος
Στην ομιλία του, ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος υπογράμμισε ότι το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αναταράξεις και πρωτοφανή αβεβαιότητα, με επιπτώσεις στο εμπόριο, την ενέργεια και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Ταυτόχρονα, όπως επεσήμανε ότι η Ευρώπη υστερεί σε ανάπτυξη, παραγωγικότητα και τεχνολογική πρόοδο, έναντι χωρών όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα, ενώ επιπροσθέτως καθυστερεί τις μεταρρυθμίσεις, καθώς ένα χρόνο μετά την έκθεση Ντράγκι, μόλις το 11% των προτάσεών της έχει προχωρήσει.
Είπε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΣΕΒ: “Η Ελλάδα, έχει αρχίσει να βρίσκει το δρόμο της όπως φαίνεται σε μια σειρά κρίσιμων θεμάτων:
Η ανεργία έχει μειωθεί δραστικά και φτάσαμε στο σημείο να έχουμε μεγάλες ελλείψεις σε πολλές ειδικότητες.
Οι μισθοί αυξάνονται. Το 2ο τρίμηνο του 2025, το ωριαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε κατά 10,7% ενώ στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 4,5%. Ειδικά στη βιομηχανία, η αύξηση ξεπέρασε το 11,2%.
Η σταθερή ανάπτυξή μας με μεγαλύτερους ρυθμούς από την ΕΕ, το γεγονός ότι κατακτήσαμε την επενδυτική βαθμίδα που επιτρέπει το δανεισμό με ίσα ή και χαμηλότερα επιτόκια από μεγάλες χώρες, η μείωση της φοροδιαφυγής, η μείωση της απόστασης του ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (από το 62% το 2020, στο 70% το 2024) είναι ενδείξεις όχι μόνο προόδου αλλά και σταδιακής σύγκλισης.
Το 2023, το καθαρό μεταναστευτικό ισοζύγιο ήταν θετικό κατά 15.000 Έλληνες πολίτες. Δηλαδή, αυτοί που επέστρεψαν ήταν περισσότεροι από εκείνους που μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τα προηγούμενα 14 χρόνια, το καθαρό μεταναστευτικό ισοζύγιο ήταν αρνητικό κατά 250.000 Έλληνες πολίτες.
Η κανονικότητα έχει άμεσα οφέλη όπως αποδεικνύεται μεταξύ άλλων, από τη μείωση φορολογικών συντελεστών για ασθενέστερα και μεσαία εισοδήματα που ανακοινώθηκαν πρόσφατα.
Η δε επικέντρωση των φορολογικών μέτρων σε νέους και οικογένειες τυγχάνει θετικής αποδοχής από το σύνολο της κοινωνίας.
Στο θετικό οικονομικό κλίμα που δημιουργείται, η συνεισφορά των επιχειρήσεων γενικότερα, και της βιομηχανίας ειδικότερα, είναι σημαντική.
Οι εξαγωγές όλων των κλάδων κινούνται ανοδικά και δυναμικά στις διεθνείς αγορές, παρά την πρόσθετη δυσκολία που δημιουργεί η ενδυνάμωση του Ευρώ.
Κλάδοι όπως τρόφιμα, φάρμακα, μέταλλα, βιομηχανικά προϊόντα, ναυτιλιακός εξοπλισμός, χημική βιομηχανία, και άλλοι, επιδιώκουν και επιτυγχάνουν να διευρύνουν διαρκώς τους ορίζοντές τους.
Οι συνολικές εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν στα 50 δισεκατομμύρια Ευρώ το 2024 ισοφαρίζοντας για μια ακόμη χρονιά, το σύνολο των εσόδων από τουρισμό και λοιπές εξαγόμενες υπηρεσίες.
Η βιομηχανία έχει καταφέρει, εκτός από το να είναι ο 2ος μεγαλύτερος εργοδότης στη χώρα μετά το εμπόριο, να παρέχει και μέσο μισθό κατά 35% υψηλότερο από τον μέσο μισθό της ελληνικής οικονομίας.
Βέβαια, και άλλοι κλάδοι συνεχίζουν, παρά τις καθημερινές δυσκολίες και προκλήσεις, να συνεισφέρουν σταθερά στην άνοδο του ΑΕΠ, στην απασχόληση, στην εξωστρέφεια και στις επενδύσεις.
Ο κλάδος των Logistics έχει προσελκύσει πολλαπλάσιες επενδύσεις συγκριτικά με το παρελθόν και ενισχύει τη συμμετοχή του στην εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Οι Κατασκευές καταγράφουν ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, ενώ οι εισπράξεις από τις υπηρεσίες που προσφέρουν στο εξωτερικό πλησιάζουν το ένα δισεκατομμύριο Ευρώ.
Το Εμπόριο διαδραματίζει κομβικό ρόλο στην εγχώρια απασχόληση και πραγματοποιεί σημαντικές επενδύσεις. Για παράδειγμα, μόνο ο κλάδος των σούπερ-μάρκετ την τελευταία τριετία δημιούργησε 15.000 νέες θέσεις εργασίας και υλοποίησε επενδύσεις 1.2 δισεκατομμυρίων.
Και αυτό, παρά τη διαπόμπευσή του από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, χωρίς τη δυνατότητα αντίλογου, και τα πρόστιμα εντυπώσεων από την Πολιτεία.
Ο τραπεζικός τομέας βελτιώνει τα θεμελιώδη μεγέθη του και αυξάνει τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.
Οι τηλεπικοινωνίες παρουσιάζουν σημαντική αύξηση των επενδύσεων και ενισχυμένη παραγωγικότητα εργασίας τα τελευταία χρόνια.
Το οικοσύστημα καινοτομίας αναπτύσσεται δυναμικά. Έχουν δημιουργηθεί τρεις χιλιάδες startups, σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοτεχνολογία και οι τεχνολογίες υγείας. Η συνολική αποτίμηση τους για το 2024 εκτιμάται μεταξύ 8 και12 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Όλη αυτή η πρόοδος είναι η βάση πάνω στην οποία μπορούμε να χτίσουμε”.
Και συνέχισε ο κ. Θεοδωρόπουλος, μιλώντας για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα: “Γιατί, η αλήθεια είναι ότι εξακολουθούμε να υπολοιπόμεθα της Ευρώπης σε πολλά επίπεδα και έχουμε ακόμα μεγάλα περιθώρια βελτίωσης:
Το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών επιμένει.
Το υψηλό κόστος ενέργειας—και η μεταβλητότητά του—συνεχίζει να αποτελεί πολύ μεγάλο πρόβλημα. Η Ελλάδα παραμένει στις χειρότερες θέσεις στην ΕΕ στο κόστος για τις επιχειρήσεις, και αυτό διαβρώνει οριζόντια την ανταγωνιστικότητά σε όλους τους κλάδους, επηρεάζοντας σοβαρά και τον πληθωρισμό.
Όπως αναφέρει και στην ετήσια Έκθεσή της για τη Νομισματική Πολιτική η Τράπεζα της Ελλάδος, οι έντονες αυξήσεις στις τιμές ενέργειας ώθησαν υψηλότερα και τις τιμές των τροφίμων.
Ειδικά για τη βιομηχανία, το κόστος ενέργειας είναι κρίσιμος παράγων ανταγωνιστικότητας, ενώ για την ενεργοβόρο βιομηχανία είναι ζήτημα επιβίωσης.
Ένας άλλος τομέας με μεγάλα περιθώρια βελτίωσης είναι η λειτουργία της Πολιτείας: Η πολυνομία, η γραφειοκρατία και η αργή απονομή δικαιοσύνης επιβαρύνουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων, αποθαρρύνουν επενδυτικά σχέδια και επηρεάζουν και αυτά με τη σειρά τους τον πληθωρισμό.
Και βέβαια, δεν μπορούμε να πούμε ότι η οικονομική και κοινωνική ευημερία έχει μεγιστοποιηθεί. Αντίθετα, για σημαντικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, οι καρποί της προσπάθειας δεν έχουν ακόμα καταστεί εμφανείς”.
Μείζον πρόβλημα η παραγωγικότητα
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ υπογράμμισε την χαμηλή παραγωγικότητα που έχει η χώρα, τονίζοντας: “Ανάμεσα στα δομικά προβλήματα της οικονομίας που εμποδίζουν την πρόοδο και την παραγωγική μας ανασύνταξη ξεχωρίζει η χαμηλή παραγωγικότητα και η μεγάλη διαφορά της από την ευρωπαϊκή.
Στην Ελλάδα είναι 25 Ευρώ ανά ώρα εργασίας όταν στην ΕΕ είναι 46, δηλαδή σαν χώρα συνολικά είμαστε στο 54% του μέσου όρου. Η ελληνική βιομηχανία αντίστοιχα είναι στο 75% του μέσου όρου της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, η μέση ετήσια παραγωγικότητα στην Ελλάδα έχει παραμείνει σχεδόν στάσιμη τα τελευταία 30 χρόνια, και αυξάνει η απόσταση από την ΕΕ. Αντίστοιχα, πριν λίγες εβδομάδες, ο Διοικητής της ΤτΕ, κ. Στουρνάρας υπογράμμισε την ανάγκη για άμεση σύνδεση της αύξησης των μισθών με την αύξηση της παραγωγικότητας.
Εδώ, θέλω να είμαι απολύτως σαφής: οι εργαζόμενοι δεν ευθύνονται για τη χαμηλή παραγωγικότητα. Αποτελεί μεγάλη παρεξήγηση το γεγονός πως όταν μιλάμε για αύξηση παραγωγικότητας, αυτή ταυτίζεται από μερίδα της κοινωνίας με αύξηση των ωρών εργασίας ή εντατικοποίησή της.
Για εμάς, η παραγωγικότητα είναι η δημιουργία προστιθέμενης αξίας και είναι ζήτημα οργάνωσης, τεχνολογίας, επενδύσεων, θεσμών, ποιότητας εκπαίδευσης και κατάρτισης σε κάθε επίπεδο, λειτουργικότητας των υποδομών και σταθερότητας των κανόνων.
Με άλλα λόγια, κύριοι υπεύθυνοι για την αύξησή της παραγωγικότητας είναι η πολιτεία και οι επιχειρήσεις και οι αντίστοιχες πολιτικές και επιχειρηματικές επιλογές.
Όταν βελτιώνεται η παραγωγικότητα, δημιουργούνται μεγαλύτερες δυνατότητες για αυξήσεις μισθών, κοινωνική μέριμνα, ανταγωνιστικότερες τιμές για τους καταναλωτές με βιώσιμο τρόπο, και κέρδη που επιτρέπουν την πραγματοποίηση ακόμα μεγαλύτερων επενδύσεων.
Για αυτό, η αύξηση της παραγωγικότητας μας αφορά όλους.
Ελάτε να βάλουμε ένα νέο εθνικό στόχο, την εξέλιξή μας από χώρα κανονική σε χώρα παραγωγική.
Μέσα σε λίγα χρόνια, πετύχαμε από μαύρο πρόβατο της Ευρώπης να γίνουμε μια κανονική χώρα και αποδείξαμε ότι μπορούμε να βελτιωθούμε σε πολλά πράγματα όταν πολιτεία, κοινωνία και επιχειρήσεις συνεργαζόμαστε.
Τώρα πρέπει να κάνουμε αυτή τη νέα υπέρβαση.
Για να την πετύχουμε πρέπει να θέσουμε ένα κοινό στόχο: τη ραγδαία αύξηση της παραγωγικότητας σε κάθε πτυχή και σε κάθε δραστηριότητα, του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα.
Να παρακολουθούμε την εξέλιξή της με την προσοχή που παρακολουθούμε το ΑΕΠ, τις εξαγωγές, την απασχόληση και άλλα κρίσιμα μεγέθη, να την θεωρούμε δηλαδή σημαντικό κριτήριο προόδου της χώρας.
Με ετήσιους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα, για όλους τους κλάδους, με αξιολόγηση πολιτικών με βάση την επίδρασή τους στην παραγωγικότητα, ώστε να ξέρουμε όλοι—Κυβέρνηση, κοινωνία, επιχειρήσεις—πού βρισκόμαστε, τι δουλεύει και τι χρειάζεται να προσαρμοστεί.
Ένας κρίσιμος μοχλός για την αύξηση της παραγωγικότητας είναι οι παραγωγικές επενδύσεις και είναι σημαντικό ότι τα τελευταία χρόνια αυξάνονται αρκετά.
Όμως, παρόλο το Ταμείο Ανάκαμψης, το ύψος των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου ανήλθε στο 15% του ΑΕΠ όταν στην Ευρώπη είναι 21% και δεν επαρκεί για την κάλυψη του επενδυτικού κενού που δημιουργήθηκε στη διάρκεια της δεκαετούς κρίσης.
Είναι φανερό ότι χρειαζόμαστε ένα επενδυτικό άλμα το οποίο θα δημιουργήσει ένα άλμα εξωστρέφειας και τεχνολογίας στο πλαίσιο της παραγωγικής μας ανασύνταξης.
Στο σημείο αυτό θέλω να επαναδιατυπώσω την περσινή μου πρόταση για θεσμοθέτηση των υπεραποσβέσεων ως επενδυτικό κίνητρο.
Επιτρέψτε μου να θυμίσω ότι οι υπεραποσβέσεις είναι οριζόντιες, δεν χρειάζονται γραφειοκρατικές εγκρίσεις και χρονοβόρες διαδικασίες, και αποδίδουν φορολογικά και ασφαλιστικά έσοδα για το κράτος πολύ πριν δημιουργήσουν φορολογικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, τα κριτήρια αξιολόγησης επενδύσεων από την πολιτεία, θα πρέπει να δίνουν στην παραγωγικότητα τη σημασία και τη βαρύτητα που της αναλογεί. Η έμφαση στη δημιουργία θέσεων εργασίας θεσμοθετήθηκε σε διαφορετικές συνθήκες ανεργίας.
Στα θέματα εργασίας, αντιμετωπίζουμε τρεις μεγάλες προκλήσεις που άπτονται της παραγωγικότητας.
- Γήρανση του πληθυσμού που οδηγεί σε διαρκή μείωση των ενεργών εργαζομένων.
- Χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας ιδιαίτερα γυναικών και νέων. 74% όταν στην Ευρώπη ξεπερνάει το 80%,
- Ελλείψεις σε δεξιότητες.
Πρέπει να επενδύσουμε μαζικά σε τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, με ισχυρά προγράμματα μαθητείας, πανεπιστήμια που είναι συνδεδεμένα με την παραγωγή, περισσότερους αποφοίτους STEM, αλλά και να προωθήσουμε τη συμπερίληψη στην αγορά εργασίας.
Να οργανώσουμε πιο στοχευμένα προγράμματα επανακατάρτισης για εργαζόμενους που επηρεάζονται από τον τεχνολογικό μετασχηματισμό γιατί κανείς δεν πρέπει να μείνει πίσω και κανείς δεν περισσεύει.
Και να αξιοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη που είναι ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία για την αύξηση της παραγωγικότητας. Το ευχάριστο είναι ότι όλο και περισσότερες επιχειρήσεις δείχνουν να το αντιλαμβάνονται όπως έδειξε και το πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για το σχετικό συνέδριο του ΣΕΒ.
Το ενεργειακό κόστος είναι επίσης κομβικό για την παραγωγικότητα. Η προβλεψιμότητα τιμών και η πρόσβαση σε ανταγωνιστική ενέργεια είναι όροι επιβίωσης για την παραγωγική βάση της χώρας.
Η μείωση του κόστους ενέργειας δεν είναι απλώς ένα κλαδικό αίτημα. Είναι πυλώνας της παραγωγικότητάς μας.
Ευελπιστούμε ότι ο διάλογος που έχει ήδη ξεκινήσει μεταξύ πολιτείας και ΣΕΒ, σύντομα θα οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα για τη στήριξη της εγχώριας παραγωγής.
Εξίσου σημαντικός για την παραγωγικότητα είναι και ο ρόλος του δημοσίου τομέα και εδώ το κλειδί είναι η θεσμική απλοποίηση.
Η πολυνομία και η γραφειοκρατία λειτουργούν σαν κρυφές επιβαρύνσεις στην ανταγωνιστικότητα.
Χρειαζόμαστε κωδικοποίηση και σταθεροποίηση κανόνων, ρητές προθεσμίες, ψηφιακές διαδικασίες, αλλά και ταχύτερη απόδοση δικαιοσύνης, με ενίσχυση εξωδικαστικών μηχανισμών και εξειδίκευση δικαστών στα οικονομικά ζητήματα.
Κάθε ημέρα αναίτιας καθυστέρησης μιας επένδυσης είναι κόστος ευκαιρίας που πληρώνει τελικά ο επενδυτής, ο εργαζόμενος και ο καταναλωτής.
Τώρα πρέπει να δουλέψουμε μαζί ώστε να προχωρήσουμε από την ατομική προσπάθεια, στη συλλογική, δηλαδή στην εθνική.
Πρόκειται για μια διαδικασία προοδευτική που προϋποθέτει ειλικρινή διάλογο και συναινέσεις. Δεν θα πετύχουμε αν κινηθούμε με διαιρέσεις και τοξικότητα που δυσκολεύουν την εξεύρεση λύσεων”.
Και κατέληξε: “Κλείνω την ομιλία μου με ένα κάλεσμα για να πετύχουμε τον κοινό στόχο:
Προς την Πολιτεία, το μήνυμα είναι σαφές: ας αναγνωρίσουμε την παραγωγικότητα ως εθνικό στόχο και ας την καταστήσουμε βασικό κριτήριο όλων των πολιτικών.
Μετρήσιμα αποτελέσματα σε αδειοδοτήσεις, δικαιοσύνη, ψηφιακές υπηρεσίες, εκπαίδευση και κατάρτιση.
Επενδυτικά εργαλεία και κίνητρα απλά, οριζόντια και γρήγορα όπως οι υπεραποσβέσεις.
Ένα ενεργειακό πλαίσιο που επιτρέπει προβλεψιμότητα και πρόσβαση σε ανταγωνιστικές τιμές.
Και, σταθερότητα στους κανόνες και ταχύτητα στην εφαρμογή.
Προς τις επιχειρήσεις, η έκκλησή μου είναι διπλή. Πρώτον, να επενδύσουμε και εντατικότερα και πιο στοχευμένα: στην τεχνολογία παραγωγής, στην ψηφιοποίηση, στο σχεδιασμό προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία, στην εξωστρέφεια, στη βιωσιμότητα.
Δεύτερον, να επενδύσουμε στον άνθρωπο: στην εκπαίδευση, στη μετεκπαίδευση, στη δημιουργία εργασιακού περιβάλλοντος που προσελκύει, συγκρατεί και αναδεικνύει το ταλέντο των ανθρώπων.
Η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται αυτόματα· αυξάνεται με σχέδιο, μετρήσεις και καθημερινή πειθαρχία. Όσες επιχειρήσεις τρέξουν γρηγορότερα θα κερδίσουν τις αγορές του αύριο.
Ο στόχος δεν είναι να δουλεύουμε περισσότερο, αλλά να δουλεύουμε καλύτερα και πιο αποτελεσματικά: με καλύτερα εργαλεία, καλύτερη οργάνωση, καλύτερες δεξιότητες.
Η βελτίωση της παραγωγικότητας δεν είναι ούτε τεχνική λεπτομέρεια, ούτε ζήτημα που αφορά μόνο τις επιχειρήσεις, ούτε ένας δούρειος ίππος για την εντατικοποίηση της εργασίας.
Είναι ο δρόμος για καλύτερες δουλειές, υψηλότερους μισθούς, καλύτερες κοινωνικές παροχές.
Είναι ο μόνος τρόπος να χρηματοδοτήσουμε βιώσιμα την υγεία, την παιδεία, τη μέριμνα για τους πιο ευάλωτους. Όσο αυξάνεται η παραγωγικότητα, τόσο βελτιώνεται η δυνατότητα της χώρας να μοιράζει πιο δίκαια τον πλούτο που δημιουργεί και να προστατεύει αποτελεσματικά τον κόσμο της εργασίας και της δημιουργικότητας.
Να επιμείνουμε στην εφαρμογή όχι μόνο στη νομοθέτηση, και σε δημόσιο διάλογο ζωηρό, αλλά ποτέ τοξικό. Γιατί η τοξικότητα εμποδίζει το χτίσιμο συναινέσεων και εν τέλει, ανακόπτει την πρόοδο.
Ο ΣΕΒ θα είναι παρών, με τεκμηριωμένες προτάσεις και διάθεση συνεργασίας, για να μετατρέψουμε τις φιλοδοξίες σε αποτελέσματα”.





























