Η εναέρια κυκλοφορία στην Ευρώπη έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ στα τέλη Αυγούστου, με 35.756 πτήσεις την ημέρα, σημειώνοντας αύξηση 0,7% σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα και 4%, σε σχέση με την αντίστοιχη εβδομάδα του 2024, όπως αποκάλυψε ο οργανισμός διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας Eurocontrol.
Παρά το γεγονός ότι οι κακές καιρικές συνθήκες σε σημαντικά τμήματα του ευρωπαϊκού δικτύου προκάλεσαν καθυστερήσεις κατά 31% σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, το 71% των πτήσεων έφτασε στην ώρα του, ποσοστό αυξημένο κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες, σε σχέση με την αντίστοιχη εβδομάδα του 2024.
Ο οργανισμός Eurocontrol απέδωσε αυτή τη βελτίωση στη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του δικτύου και στον συντονισμό και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο από τους παρόχους υπηρεσιών εναέρια κυκλοφορίας, τις αεροπορικές εταιρίες και τα αεροδρόμια.
Οι κακές καιρικές συνθήκες ήταν ο κύριος παράγοντας που οδήγησε στην αύξηση του αριθμού των καθυστερήσεων, επηρεάζοντας 63.000 πτήσεις την εβδομάδα ή το 25% των πτήσεων σε ημερήσια βάση.
Σχεδόν το ένα τρίτο των καθυστερήσεων του δικτύου προκλήθηκε από τη Γαλλία, λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων με την έλλειψη προσωπικού, με την Ελλάδα να ευθύνεται για το 12% των καθυστερήσεων και η Ισπανία, η οποία επηρεάστηκε από την υψηλή ζήτηση και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, για το 10%. Το Κέντρο Ελέγχου της Μασσαλίας παρέμεινε το πιο επιβαρυμένο, ακολουθούμενο από το Βελιγράδι, που επιβαρύνθηκε λόγω των εργατικών κινητοποιήσεων.
Σύμφωνα με τον Eurocontrol, υπήρξε “σημαντική βελτίωση των επιδόσεων σε ετήσια βάση” για το σύνολο του καλοκαιριού (1 Ιουνίου έως 31 Αυγούστου), παρά την αύξηση της εναέριας κυκλοφορίας κατά 3%, σε σχέση με το περασμένο καλοκαίρι και κατά 1%, σε σχέση με το 2019.
Η ακρίβεια των αφίξεων βελτιώθηκε κατά 6,5 ποσοστιαίες μονάδες, σε σχέση με το περασμένο καλοκαίρι, φτάνοντας το 71%, αν και παρέμεινε 1,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη, σε σχέση με το καλοκαίρι του 2019, παρά την αύξηση των πτήσεων.
Ο οργανισμός απέδωσε την ευθύνη για αυτό στην “συνεχιζόμενη έλλειψη χωρητικότητας, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανεπάρκεια ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας” σε ορισμένα κέντρα ελέγχου και στην “ανάγκη βελτίωσης του σχεδιασμού του εναέριου χώρου και επιτάχυνσης του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού”.


























