της Της Δρ. Λεμονιάς Παπαδοπούλου-Κελίδου (*)
Η συζήτηση για την έλλειψη προσωπικού στη ναυτιλία, και ειδικά για την έλλειψη νέων Ελλήνων ναυτικών, δεν μπορεί να περιορίζεται στη γνωστή φράση: «οι μισθοί είναι καλοί, αλλά οι νέοι δεν έρχονται». Αυτή η διατύπωση περιγράφει την επιφάνεια του προβλήματος, όχι την ουσία του. Το επάγγελμα του ναυτικού δεν είναι μια συνηθισμένη εργασία. Δεν έχει το κλασικό ωράριο μιας δουλειάς στη στεριά. Δεν τελειώνει το απόγευμα. Δεν επιστρέφει ο εργαζόμενος το βράδυ στο σπίτι του. Δεν βλέπει καθημερινά την οικογένειά του. Δεν κρατά την ίδια φυσική επαφή με την κοινωνική του ζωή. Γι’ αυτό η επιλογή της θάλασσας δεν είναι απλώς επαγγελματική απόφαση. Είναι διαπραγμάτευση ζωής.
Η ναυτιλία, επομένως, δεν διαπραγματεύεται μόνο μισθούς. Διαπραγματεύεται χρόνο, απουσία, οικογένεια, ψυχική αντοχή, κοινωνική ζωή, προσωπική ελευθερία και επαγγελματικό μέλλον. Ο νέος που σκέφτεται να γίνει ναυτικός δεν αξιολογεί μόνο πόσα χρήματα θα κερδίσει στο μπάρκο. Αξιολογεί τι σημαίνει αυτή η επιλογή για τη ζωή του συνολικά. Θα λείπει μήνες από το σπίτι του. Θα χάσει στιγμές με τους δικούς του ανθρώπους. Θα ζήσει σε ένα κλειστό, απαιτητικό και ιεραρχημένο περιβάλλον. Θα χρειαστεί πειθαρχία, αντοχή και προσαρμογή. Άρα η ναυτική εργασία είναι μια ιδιαίτερη εργασιακή συμφωνία, με ιδιαίτερες συνθήκες, όπως ακριβώς ιδιαίτερα καλές είναι και οι αμοιβές που συχνά προσφέρει.
Αυτό πρέπει να γίνει η αφετηρία της νέας συζήτησης. Δεν αρκεί να λέμε ότι η θάλασσα πληρώνει καλύτερα από πολλές εργασίες στη στεριά. Πράγματι, συχνά πληρώνει καλύτερα. Όμως η οικονομική προσφορά εργασίας δεν καθορίζεται μόνο από το ύψος του μισθού. Ο εργαζόμενος δεν προσφέρει απλώς εργατοώρες. Προσφέρει μέρος της ζωής του. Στη στεριά, ακόμη και με χαμηλότερες αποδοχές, μπορεί να γυρίσει στο σπίτι, να δει την οικογένειά του, να έχει κοινωνική συνέχεια, να σπουδάσει παράλληλα, να κάνει δεύτερη δουλειά αν χρειαστεί, να οργανώσει τη μέρα του. Στη θάλασσα, η συμφωνία είναι βαθύτερη. Η υψηλότερη αμοιβή υπάρχει επειδή και το προσωπικό κόστος είναι υψηλότερο.
Με διαπραγματευτικούς όρους, ο νέος συγκρίνει την πρόταση της ναυτιλίας με τη δική του BATNA, δηλαδή με την καλύτερη εναλλακτική του επιλογή εκτός αυτής της συμφωνίας. Αυτή η εναλλακτική δεν είναι απλώς ένας χαμηλότερος μισθός στη στεριά. Είναι μια διαφορετική ζωή. Είναι η καθημερινή επιστροφή στο σπίτι, η κοινωνική παρουσία, η σχέση, η οικογένεια, η προσωπική ελευθερία, η δυνατότητα σπουδών και ο έλεγχος του χρόνου του. Άρα η πραγματική σύγκριση δεν είναι «υψηλός μισθός στη θάλασσα» απέναντι σε «χαμηλό μισθό στη στεριά». Είναι «υψηλή αμοιβή με μεγάλη προσωπική απουσία» απέναντι σε «χαμηλότερη αμοιβή με καθημερινή ζωή».
Γι’ αυτό το επιχείρημα «έλα για τα χρήματα» δεν αρκεί. Μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αγκίστρωσης της προσοχής, αλλά δεν δημιουργεί ταύτιση. Δεν δένει τον νέο συναισθηματικά με το επάγγελμα. Δεν τον κάνει να νιώσει ότι ανήκει στη ναυτιλία. Δεν του δημιουργεί αίσθηση αποστολής, υπερηφάνειας και επαγγελματικής ταυτότητας. Και χωρίς αυτή την ταύτιση, δύσκολα θα δεχθεί κάποιος να θυσιάσει σημαντικό μέρος της προσωπικής και κοινωνικής του ζωής. Η ναυτιλία δεν πρέπει να θέλει ανθρώπους που θα έρθουν μόνο για τα χρήματα, γιατί όποιος έρθει μόνο για τα χρήματα είτε θα φύγει στην πρώτη μεγάλη δυσκολία είτε θα μείνει χωρίς ψυχή μέσα στο επάγγελμα.
Η θάλασσα θέλει αγάπη. Θέλει ανθρώπους που να βλέπουν το πλοίο ως ευθύνη και όχι απλώς ως χώρο εργασίας. Θέλει ναυτικούς που να λειτουργούν με σοβαρότητα, πειθαρχία, αίσθηση καθήκοντος και εσωτερική δέσμευση. Στην πράξη, η ναυτιλία χρειάζεται ανθρώπους που να δουλεύουν σαν να νοιάζονται για το πλοίο όπως θα νοιαζόταν και ο πλοιοκτήτης για την αποστολή του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος πρέπει να αγνοεί τα δικαιώματά του. Σημαίνει ότι το επάγγελμα απαιτεί ταύτιση, υπευθυνότητα και σεβασμό. Αυτά δεν αγοράζονται μόνο με μισθό. Χτίζονται με προοπτική, αναγνώριση και νόημα.
Ο μισθός, φυσικά, παραμένει κεντρικός. Πρέπει να είναι ανταγωνιστικός, δίκαιος και αντάξιος των συνθηκών. Όμως πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο total rewards package, ένα ολοκληρωμένο πακέτο ανταμοιβών. Αυτό το πακέτο δεν μπορεί να περιλαμβάνει μόνο το ποσό του μπάρκου. Πρέπει να περιλαμβάνει διαφάνεια στο ετήσιο εισόδημα, προβλεψιμότητα, εκπαίδευση, επαγγελματική εξέλιξη, οικογενειακή μέριμνα, ψυχολογική υποστήριξη, αναγνώριση και εναλλακτικές διαδρομές μετά τη θάλασσα. Μόνο έτσι ο νέος θα δει τη ναυτιλία όχι ως δύσκολη θυσία με υψηλή αμοιβή, αλλά ως σοβαρή διαδρομή ζωής και καριέρας.
Το μεγάλο πλεονέκτημα της ναυτιλίας σήμερα είναι ότι, για σημαντικό μέρος της κοινωνίας και ειδικά για πολλούς νέους, αποτελεί ένα νέο πεδίο κατανόησης. Η ναυτιλία δεν είναι νέος κλάδος. Είναι ιστορικός, ισχυρός και παγκόσμιος πυλώνας της ελληνικής οικονομίας. Όμως για πολλά χρόνια η κοινωνία την έβλεπε μέσα από ένα πολύ μικρό οπτικό πεδίο. Στο μυαλό πολλών, η ναυτιλία ήταν είτε εφοπλιστές, είτε καπετάνιοι, είτε «μούτσοι». Δηλαδή είτε η κορυφή της ιδιοκτησίας και του πλούτου, είτε η παραδοσιακή μορφή του καπετάνιου, είτε μια στερεοτυπική και συχνά υποτιμημένη εικόνα του κατώτερου πληρώματος. Ανάμεσα σε αυτές τις εικόνες χάθηκε ο πραγματικός πλούτος του σύγχρονου ναυτιλιακού οικοσυστήματος.
Σήμερα αυτό μπορεί να αλλάξει. Η ναυτιλία αρχίζει να επικοινωνείται περισσότερο στην κοινωνία. Εμφανίζεται σε συνέδρια, πανεπιστήμια, δημόσιες συζητήσεις, μέσα ενημέρωσης, κοινωνικά δίκτυα και επαγγελματικές εκδηλώσεις. Οι νέοι αρχίζουν να την ακούν, να τη βλέπουν και να την αναγνωρίζουν όχι μόνο ως χώρο εφοπλιστών, αλλά ως πιθανό πεδίο καριέρας. Αυτό είναι μια μοναδική ευκαιρία. Όταν ένας κλάδος συστήνεται ξανά στην κοινωνία, μπορεί να ορίσει ο ίδιος το αφήγημά του πριν το ορίσουν οι φήμες, οι παλιές εμπειρίες και οι προκαταλήψεις.
Εδώ η σύγκριση με τον ξενοδοχειακό κλάδο είναι κρίσιμη. Ο τουρισμός και η φιλοξενία αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα προσωπικού, αλλά εκεί η δυσπιστία των εργαζομένων έχει συχνά χτιστεί βιωματικά. Πολλοί νέοι εργάστηκαν σεζόν, κουράστηκαν, ένιωσαν πίεση, αβεβαιότητα, δυσκολίες στέγασης, εξαντλητικά ωράρια και περιορισμένη εξέλιξη. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν απορρίπτουν τον κλάδο επειδή δεν τον γνωρίζουν. Τον απορρίπτουν επειδή τον γνώρισαν. Αυτό κάνει τη διαπραγμάτευση πιο δύσκολη, γιατί η άλλη πλευρά δεν έρχεται με ουδέτερες προσδοκίες. Έρχεται με εμπειρία, επιφυλάξεις και συσσωρευμένη δυσπιστία.
Η ναυτιλία δεν βρίσκεται ακόμη σε αυτό το σημείο. Αυτό είναι το στρατηγικό της πλεονέκτημα. Δεν υπάρχει ακόμη μαζικά χαμένη εμπιστοσύνη ανάμεσα στη νέα γενιά και τη ναυτιλία, γιατί πολλοί νέοι δεν έχουν ζήσει τη ναυτική εργασία από μέσα. Έχουν ακούσει ιστορίες, έχουν εικόνες, έχουν φόβους και έχουν απορίες, αλλά δεν έχουν συλλογικά σχηματισμένη εμπειρία απογοήτευσης. Άρα η ναυτιλία δεν καλείται σήμερα κυρίως να αποκαταστήσει μια χαμένη εμπιστοσύνη. Καλείται να τη χτίσει σωστά από την αρχή. Τώρα μπαίνουν τα θεμέλια.
Αυτή η στιγμή είναι εξαιρετικά σημαντική. Αν η ναυτιλία συστηθεί στη νέα γενιά μόνο μέσα από το επιχείρημα των χρημάτων, θα χάσει ένα βαθύτερο πεδίο σύνδεσης. Αν όμως συστηθεί ως σύγχρονο οικοσύστημα ζωής και καριέρας, με διαδρομές στη θάλασσα και στη στεριά, με τεχνολογία, πράσινη μετάβαση, εκπαίδευση, διεθνή εμπειρία και επαγγελματική συνέχεια, τότε μπορεί να αλλάξει ριζικά την εικόνα της. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να προσελκύσει εργαζομένους. Είναι να δημιουργήσει ανθρώπους που θα ταυτιστούν με τη ναυτιλία και θα την υπηρετήσουν με γνώση, αγάπη και προοπτική.
Σήμερα η ναυτιλία διαπραγματεύεται σιωπηλά με τους νέους. Η διαπραγμάτευση αυτή δεν γίνεται πάντα σε επίσημο τραπέζι. Γίνεται μέσα από φήμες, οικογενειακές αφηγήσεις, εμπειρίες παλαιών ναυτικών, μαρτυρίες συνταξιούχων και ιστορίες ανθρώπων που έζησαν τη θάλασσα. Ένας νέος ακούει ότι ο ναυτικός χάνει επαφή με την οικογένειά του. Ακούει ότι τα χρήματα είναι καλά όσο ταξιδεύεις, αλλά μετά το μπάρκο η οικονομική πραγματικότητα μπορεί να αλλάζει. Ακούει ότι μετά από χρόνια στη θάλασσα δεν υπάρχει πάντα καθαρή γέφυρα προς εργασία στη στεριά. Ακούει επίσης ότι οι εταιρείες προτιμούν ξένα πληρώματα επειδή είναι φθηνότερα. Αυτά τα μηνύματα λειτουργούν πριν ακόμη ο νέος μιλήσει με μια ναυτιλιακή εταιρεία.
Αυτό είναι reputational negotiation, δηλαδή διαπραγμάτευση μέσω φήμης. Η φήμη ενός επαγγέλματος διαμορφώνει την αντιληπτή του αξία πριν από την πραγματική εμπειρία. Αν η ναυτιλία δεν απαντήσει σε αυτές τις άτυπες αφηγήσεις, αφήνει άλλους να διαπραγματευτούν στη θέση της. Και όταν η φήμη μένει αναπάντητη, σταδιακά γίνεται η ίδια η πραγματικότητα της αγοράς εργασίας. Ο νέος δεν θα περιμένει πάντα να ακούσει την επίσημη εκδοχή. Θα αποφασίσει με βάση αυτά που ήδη κυκλοφορούν στην κοινωνία.
Η απάντηση της ναυτιλίας δεν πρέπει να είναι αμυντική. Δεν βοηθά να λέμε ότι οι νέοι δεν θέλουν να δουλέψουν ή ότι δεν καταλαβαίνουν πόσο καλά πληρώνει η θάλασσα. Στη σοβαρή διαπραγμάτευση, οι αντιρρήσεις της άλλης πλευράς δεν απορρίπτονται. Χαρτογραφούνται. Όταν ένας νέος λέει ότι φοβάται την απουσία από την οικογένεια, αποκαλύπτει ένα non-monetary cost, δηλαδή ένα μη χρηματικό κόστος. Όταν λέει ότι δεν βλέπει τι θα κάνει μετά τη θάλασσα, αποκαλύπτει έλλειψη career visibility. Όταν λέει ότι οι ξένοι ναυτικοί προτιμώνται επειδή είναι φθηνότεροι, αποκαλύπτει πρόβλημα perceived fairness και εμπιστοσύνης. Όταν λέει ότι τα χρήματα είναι καλά μόνο όσο ταξιδεύεις, ζητά annual income transparency, δηλαδή διαφάνεια στο πραγματικό ετήσιο εισόδημα.
Η ναυτιλία πρέπει να μετακινηθεί από τη λογική της απλής προσέλκυσης στη λογική της συνολικής εργασιακής πρότασης αξίας. Στη στρατηγική ανθρώπινου δυναμικού αυτό ονομάζεται employer value proposition. Είναι η απάντηση στο ερώτημα γιατί να αφιερώσει ένας νέος χρόνια της ζωής του σε αυτόν τον κλάδο. Στη ναυτιλία η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο «γιατί θα πληρωθείς καλά». Πρέπει να είναι «γιατί θα αποκτήσεις διεθνή εμπειρία, πραγματικές δεξιότητες, επαγγελματική ταυτότητα, δυνατότητα εξέλιξης, υποστήριξη και προοπτική μέσα σε ένα παγκόσμιο οικοσύστημα».
Εδώ χρειάζεται ένα νέο psychological contract, ένα νέο ψυχολογικό συμβόλαιο μεταξύ ναυτιλίας και νέων. Το ψυχολογικό συμβόλαιο δεν είναι πάντα γραμμένο σε μια τυπική σύμβαση, αλλά είναι καθοριστικό για τη δέσμευση του εργαζομένου. Είναι η αντίληψη του εργαζομένου για το τι του υπόσχεται πραγματικά ο κλάδος. Αν ο νέος πιστεύει ότι η ναυτιλία του υπόσχεται μόνο καλό μισθό και μετά αβεβαιότητα, η σχέση θα είναι αδύναμη. Αν πιστεύει ότι του υπόσχεται μισθό, εκπαίδευση, εξέλιξη, αναγνώριση και γέφυρα προς το μέλλον, τότε η σχέση γίνεται ισχυρότερη και πιο ανθεκτική.
Το ζήτημα του μπάρκου πρέπει να μπει στο κέντρο της συζήτησης. Αν το μοντέλο που αντιλαμβάνεται ο νέος είναι τέσσερις ή έξι μήνες μακριά από την οικογένεια, μετά επιστροφή χωρίς την ίδια οικονομική ένταση, αναμονή για το επόμενο ταξίδι και χωρίς ξεκάθαρη συνέχεια, τότε το πακέτο μοιάζει ατελές. Μπορεί να είναι ελκυστικό βραχυπρόθεσμα, αλλά δύσκολα γίνεται μακροχρόνια στρατηγική καριέρα. Δεν αρκεί να του πεις «έτσι είναι η θάλασσα». Η θάλασσα είναι πράγματι δύσκολη, αλλά η δυσκολία πρέπει να συνδέεται με αναγνώριση, εκπαίδευση, εξέλιξη και εναλλακτικές διαδρομές.
Η σωστή προσέγγιση δεν είναι distributive bargaining, δηλαδή παζάρι γύρω από έναν αριθμό. Είναι integrative bargaining, δηλαδή διαπραγμάτευση που δημιουργεί περισσότερη αξία και για τις δύο πλευρές. Η εταιρεία χρειάζεται ικανούς, σοβαρούς και αφοσιωμένους ναυτικούς. Ο νέος χρειάζεται εισόδημα, προοπτική, εξέλιξη, αξιοπρέπεια και ασφάλεια ζωής. Αν η ναυτιλία σχεδιάσει σωστά την πρόταση, αυτές οι ανάγκες δεν συγκρούονται. Μπορούν να συνδεθούν σε μια νέα συμφωνία, όπου η θάλασσα δεν είναι απλώς τόπος εργασίας, αλλά αφετηρία επαγγελματικής κεφαλαιοποίησης.
Αυτή είναι η μεγάλη λέξη που πρέπει να μπει στο νέο αφήγημα: κεφαλαιοποίηση. Ο νέος πρέπει να ξέρει ότι η γνώση που αποκτά στη θάλασσα δεν χάνεται. Κεφαλαιοποιείται. Η εμπειρία του στο πλοίο πρέπει να μετατρέπεται σε επαγγελματικό κεφάλαιο. Να μπορεί στο μέλλον να του δώσει εναλλακτικές, όχι μόνο στη θάλασσα, αλλά και στη στεριά. Η θαλάσσια υπηρεσία πρέπει να ανοίγει δρόμους σε ναυτιλιακά γραφεία, operations, crewing, chartering, technical management, HSQE, marine insurance, claims, vetting, bunkering, logistics, ESG, πράσινη ναυτιλία, maritime technology και ναυτιλιακή εκπαίδευση.
Αν αυτό δεν γίνει καθαρό, τότε ο νέος θα βλέπει τη θάλασσα ως πιθανή παγίδα. Θα σκέφτεται ότι αν μπει στα καράβια και μετά από χρόνια δεν μπορεί ή δεν θέλει να συνεχίσει, θα βρεθεί χωρίς καθαρή εναλλακτική. Αυτό είναι μεγάλο διαπραγματευτικό εμπόδιο. Αν όμως ο κλάδος του δείξει ότι η εμπειρία στη θάλασσα είναι κεφάλαιο που αναγνωρίζεται, μεταφράζεται και αξιοποιείται στη στεριά, τότε η εικόνα αλλάζει. Η θάλασσα παύει να είναι αδιέξοδο. Γίνεται επένδυση.
Η νέα συμφωνία πρέπει να πάρει τη μορφή ενός career compact. Ο νέος που μπαίνει στη ναυτιλία πρέπει να ξέρει από την αρχή ποια διαδρομή ανοίγεται μπροστά του. Πόσα χρόνια θα χρειαστεί στη θάλασσα για να αποκτήσει ουσιαστική εμπειρία; Ποιες πιστοποιήσεις θα πάρει; Ποια εκπαίδευση θα χρηματοδοτηθεί; Ποιες δεξιότητες θα αναγνωριστούν; Ποιος θα είναι ο μέντοράς του; Ποιες επιλογές έχει μετά από πέντε ή δέκα χρόνια; Μπορεί να περάσει σε θέση στη στεριά; Υπάρχει οργανωμένος μηχανισμός μετάβασης ή απλώς αόριστη υπόσχεση;
Εδώ αποκτά σημασία ο όρος credible commitment. Η ναυτιλία πρέπει να προσφέρει αξιόπιστες δεσμεύσεις και όχι γενικές υποσχέσεις. Οι εταιρείες μπορούν να δημιουργήσουν προγράμματα χρηματοδοτούμενων σπουδών και πιστοποιήσεων για τους ναυτικούς τους κατά την περίοδο που δεν ταξιδεύουν. Μπορούν να θεσπίσουν εσωτερικά career pathways, προγράμματα mentoring, συμβουλευτική καριέρας, γέφυρες προς θέσεις στη στεριά και συνεργασίες με πανεπιστήμια, ακαδημίες και κέντρα κατάρτισης. Έτσι το μπάρκο δεν θα είναι απλώς περίοδος εργασίας. Θα είναι μέρος μιας ευρύτερης επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο.
Η ναυτιλία πρέπει επίσης να αναγνωρίσει ότι η οικογένεια είναι μέρος της εργασιακής συμφωνίας. Ο ναυτικός δεν ανεβαίνει στο πλοίο ως απομονωμένη παραγωγική μονάδα. Ανεβαίνει με δεσμούς, ευθύνες, σχέσεις, παιδιά, γονείς, σύντροφο, κοινωνική ζωή και ανάγκη να παραμένει συνδεδεμένος με τον κόσμο του. Αν ο κλάδος θέλει ανθρώπους με διάρκεια και ποιότητα, πρέπει να ενσωματώσει το οικογενειακό κόστος στη διαπραγμάτευση. Αυτό σημαίνει καλύτερη επικοινωνία με τη στεριά, πιο προβλέψιμα rotations, σεβασμό στις άδειες, μέριμνα για οικογενειακές ανάγκες, ψυχολογική υποστήριξη και κουλτούρα που δεν αντιμετωπίζει την εξουθένωση ως απόδειξη επαγγελματισμού.
Το ζήτημα των ξένων πληρωμάτων χρειάζεται προσοχή και σοβαρότητα. Δεν πρέπει να παρουσιαστεί με τρόπο εχθρικό απέναντι στους αλλοδαπούς ναυτικούς. Οι Φιλιππινέζοι και άλλοι ναυτικοί έχουν μεγάλη συμβολή στην παγκόσμια ναυτιλία, επαγγελματισμό και εμπειρία. Το κρίσιμο θέμα είναι το διαπραγματευτικό σήμα που λαμβάνει ο Έλληνας νέος. Αν ακούει ότι οι ελληνικές εταιρείες προτιμούν φθηνότερους εργαζόμενους, μπορεί να συμπεράνει ότι ο ίδιος θεωρείται κόστος και όχι στρατηγική επένδυση. Αυτό υπονομεύει την εμπιστοσύνη πριν ακόμη αρχίσει η σχέση. Η απάντηση δεν είναι ο αποκλεισμός των ξένων πληρωμάτων. Είναι η στρατηγική επένδυση στην ελληνική δεξαμενή ναυτικών.
Η Ελλάδα μπορεί να θέσει έναν πολύ πιο φιλόδοξο στόχο. Να μη μείνει μόνο η μεγαλύτερη δύναμη πλοιοκτησίας. Να γίνει και μεγάλη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού στη ναυτιλία. Να γίνει χώρα ναυτικών, αξιωματικών, τεχνικών, εκπαιδευτών, στελεχών και επαγγελματιών με πραγματική εμπειρία θάλασσας. Να συνδέσει ξανά την κοινωνία με τη ναυτιλία, όχι μόνο μέσα από την υπερηφάνεια για τους εφοπλιστές και τα πλοία, αλλά μέσα από επαγγελματικές διαδρομές για τους νέους. Αυτό θα δώσει στον κλάδο μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, κοινωνική νομιμοποίηση και εθνική προστιθέμενη αξία.
Η νέα αφήγηση πρέπει να ξεφύγει από το μικρό οπτικό πεδίο του παρελθόντος. Η ναυτιλία δεν είναι μόνο εφοπλιστές, καπετάνιοι και «μούτσοι». Είναι ένα σύνθετο διεθνές οικοσύστημα εργασίας, τεχνολογίας, διοίκησης, ασφάλειας, ενέργειας, περιβάλλοντος, χρηματοδότησης, logistics, διαπραγμάτευσης και καινοτομίας. Αν αυτό δεν εξηγηθεί σωστά στην κοινωνία, οι νέοι θα συνεχίσουν να βλέπουν αποσπασματικές εικόνες. Αν όμως εξηγηθεί με σοβαρότητα, η ναυτιλία μπορεί να παρουσιαστεί ως ένας από τους πιο δυναμικούς επαγγελματικούς χώρους για τη νέα γενιά.
Το σωστό μήνυμα δεν είναι «έλα στα καράβια γιατί θα βγάλεις καλά λεφτά». Αυτό είναι πολύ φτωχό μήνυμα για έναν τόσο μεγάλο κλάδο. Το σωστό μήνυμα είναι: «έλα στη ναυτιλία γιατί μπορείς να χτίσεις μια απαιτητική, διεθνή και εξελισσόμενη καριέρα, με αφετηρία τη θάλασσα και συνέχεια σε ολόκληρο το ναυτιλιακό οικοσύστημα». Αυτό το μήνυμα σέβεται περισσότερο τον νέο, αλλά και την ίδια τη ναυτιλία.
Η ναυτιλία πρέπει να απαντήσει καθαρά στα πραγματικά ερωτήματα που θέτουν οι νέοι, ακόμη και όταν δεν τα εκφράζουν δημόσια. Πόσο θα λείπω από την οικογένειά μου; Τι θα κερδίζω σε ετήσια βάση και όχι μόνο στο μπάρκο; Τι γίνεται όταν δεν ταξιδεύω; Θα μπορώ να σπουδάσω παράλληλα; Θα με στηρίξει η εταιρεία; Θα έχω μέντορα; Θα μπορώ να περάσω στη στεριά αν το θελήσω; Θα αναγνωριστεί η εμπειρία μου; Θα έχω μέλλον αν μετά από χρόνια δεν θέλω ή δεν μπορώ να συνεχίσω στη θάλασσα; Αυτά δεν είναι εμπόδια. Είναι ο χάρτης της νέας διαπραγμάτευσης προσωπικού στη ναυτιλία.
Το συμπέρασμα είναι απλό αλλά απαιτητικό. Η ναυτιλία έχει σήμερα χρόνο, αλλά όχι άπειρο χρόνο. Έχει την ευκαιρία να συστηθεί σωστά στη νέα γενιά πριν δημιουργηθεί δυσπιστία. Έχει την ευκαιρία να χτίσει εμπιστοσύνη πριν χρειαστεί να την αποκαταστήσει. Έχει την ευκαιρία να μετατρέψει την έλλειψη προσωπικού σε στρατηγική επανεκκίνηση της σχέσης της με την κοινωνία. Τώρα μπαίνουν τα θεμέλια. Και όταν μπαίνουν τα θεμέλια, δεν αρκεί να είναι εντυπωσιακά. Πρέπει να είναι σταθερά.
Η ναυτιλία δεν πρέπει να ζητήσει από τους νέους να έρθουν μόνο επειδή πληρώνει καλά. Πρέπει να τους δείξει γιατί αξίζει να αγαπήσουν τον κλάδο, να τον υπηρετήσουν σωστά και να δουν σε αυτόν μέλλον. Η θάλασσα δεν κρατά ανθρώπους μόνο με χρήματα. Τους κρατά όταν το εισόδημα συνδέεται με προοπτική, όταν η δυσκολία συνδέεται με νόημα, όταν η απουσία συνδέεται με αναγνώριση και όταν η εργασία συνδέεται με αξιοπρέπεια.
Αν η Ελλάδα το πετύχει αυτό, δεν θα είναι μόνο παγκόσμια δύναμη στην πλοιοκτησία. Θα γίνει ξανά χώρα ναυτικών. Θα γίνει δεξαμενή ανθρώπων της θάλασσας, όχι μόνο δεξαμενή πλοίων και κεφαλαίων. Και αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό θεμέλιο για το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας.
(*) Η δρ. Λεμονιά Παπαδοπούλου – Κελίδου (Ph.D) είναι ειδική στις Διαπραγματεύσεις, Lambda Negotiations Trainings & Consultancy



























