Τρίτη, 9 Ιουνίου, 2026
ΑρχικήΓΝΩΜΗΜετά την απόφαση C-246 για τις ρήτρες ισοτιμίας της Booking: Συλλογικές αγωγές,...

Μετά την απόφαση C-246 για τις ρήτρες ισοτιμίας της Booking: Συλλογικές αγωγές, ατομικές αξιώσεις και ο ρόλος των δεδομένων

Της Αικατερίνης Πρωτοπαπά (*)

Στα δύο προηγούμενα κείμενα επιχειρήσαμε, πρώτα, να φωτίσουμε το ζήτημα της προμήθειας επί του ΦΠΑ και, στη συνέχεια, να περιγράψουμε μια ρεαλιστική διαδικασία διεκδίκησης σε εθνικό επίπεδο, με εργαλείο την ανάλυση extrait και τη σύμπραξη πλατφόρμας–δικηγόρων. Το παρόν άρθρο επιχειρεί ένα βήμα πίσω και λίγο πιο “ψηλά”: να δει τι ακριβώς σημαίνει στην πράξη η απόφαση C-264/23 για τις ρήτρες ισοτιμίας της Booking.com, πώς διαμορφώνεται η αφήγηση γύρω από την ευρωπαϊκή συλλογική αγωγή, και πού εντάσσεται σε αυτό το τοπίο μια ελληνική πρωτοβουλία όπως το recommissioners.gr.

Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Πάνω από 10.000 ευρωπαϊκά ξενοδοχεία έχουν ήδη προσχωρήσει στην πανευρωπαϊκή συλλογική δράση κατά της Booking.com για τις λεγόμενες “best price” ή “parity” clauses, υπό τον συντονισμό της HOTREC και του Stichting Hotel Claims Alliance. Την ίδια στιγμή, η Booking δημοσίως υπερασπίζεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ δεν την “καταδίκασε” και ότι οι ρήτρες είχαν θετικό ρόλο για τον ανταγωνισμό, όπως ανέφερε και σε δήλωσή της που δημοσιεύθηκε στο Money-Tourism.

Μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, ο Έλληνας ξενοδόχος χρειάζεται όχι μόνο τίτλους, αλλά μια νηφάλια αποτίμηση: τι πράγματι είπε το Δικαστήριο, τι υπόσχεται η συλλογική αγωγή – και τι μπορεί να κάνει ο ίδιος, με τα δικά του δεδομένα, χωρίς να παρασυρθεί ούτε από υπερβολική αισιοδοξία ούτε από σκεπτικισμό.

Τι είπε στην ουσία η C-264/23 για τις ρήτρες ισοτιμίας

Η υπόθεση C-264/23 Booking.com δεν ξεκίνησε από ξενοδοχεία, αλλά από την ίδια την Booking που προσέφυγε στα ολλανδικά δικαστήρια ζητώντας να αναγνωριστεί ότι οι ρήτρες ισοτιμίας της είναι συμβατές με το δίκαιο ανταγωνισμού. Το Πρωτοδικείο Άμστερνταμ υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της ΕΕ, ρωτώντας – σε συντομία – αν οι ρήτρες αυτές μπορούν να θεωρηθούν “παρεπόμενοι περιορισμοί” (ancillary restraints), ώστε να εξαιρούνται από την απαγόρευση του άρθρου 101 §1 ΣΛΕΕ, και πώς πρέπει να οριστεί η σχετική αγορά.

Το Δικαστήριο δεν εξέτασε τη συγκεκριμένη σύμβαση ενός συγκεκριμένου ξενοδοχείου· έδωσε όμως δεσμευτική ερμηνεία. Με απλά λόγια, έκρινε ότι:

  • οι πλατφόρμες κρατήσεων ως υπηρεσία, καθεαυτή, μπορούν να έχουν ουδέτερο ή και θετικό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό, διευκολύνοντας τη σύγκριση τιμών και ενισχύοντας την ορατότητα των ξενοδοχείων,
  • οι ρήτρες ισοτιμίας (wide και narrow parity clauses), αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι είναι αντικειμενικά αναγκαίες ή αναλογικέςγια τη λειτουργία της πλατφόρμας,

    οι “wide” ρήτρες είναι ικανές να μειώσουν ουσιωδώς τον ανταγωνισμό μεταξύ πλατφορμών και να δυσκολέψουν την είσοδο μικρότερων ή νεοεισερχόμενων παικτών,

  • ακόμη και οι “narrow” ρήτρες, παρότι λιγότερο βαριές, δεν κρίθηκαν αναγκαίες, ιδίως εφόσον η ίδια η Booking σταμάτησε να τις χρησιμοποιεί σε ορισμένες αγορές χωρίς να προκύψει απειλή για τη βιωσιμότητά της.

Το κρίσιμο νομικό συμπέρασμα είναι ότι οι ρήτρες αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν “παρεπόμενοι περιορισμοί” και συνεπώς δεν εξαιρούνται κατ’ αρχήν από το άρθρο 101 §1 ΣΛΕΕ. Εμπίπτουν πλήρως στο πεδίο του, ως περιορισμοί του ανταγωνισμού. Το αν θα θεωρηθούν “εξ αντικειμένου” ή “εκ αποτελέσματος”, και αν πληρούν ή όχι τις προϋποθέσεις εξαίρεσης του άρθρου 101 §3, είναι πλέον υπόθεση των εθνικών δικαστηρίων – αλλά με σαφέστατα δυσμενή αφετηρία για την Booking.

Υπό αυτή την έννοια, η δήλωση της Booking ότι “το ΔΕΕ δεν είπε ότι οι ρήτρες είναι αντιανταγωνιστικές”, όπως καταγράφηκε και στο Money-Tourism, είναι δικονομικά ακριβής αλλά ουσιαστικά ελλιπής. Το Δικαστήριο δεν επιδικάζει αποζημιώσεις ούτε “καταδικάζει” συγκεκριμένο μέρος, αλλά η ερμηνεία που δίνει καθιστά πολύ δύσκολο να χαρακτηριστούν τέτοιες ρήτρες συμβατές με το δίκαιο ανταγωνισμού.

Η συλλογική αγωγή και το περίφημο «30%»: τι είναι βέβαιο και τι εκτίμηση

Πάνω σε αυτή τη νομική βάση, η HOTREC, σε συνεργασία με περισσότερες από τριάντα εθνικές ενώσεις, στήριξε το σχήμα mybookingclaim.com, μέσω του Stichting Hotel Claims Alliance. Στόχος: μια πανευρωπαϊκή συλλογική δράση ενώπιον των ολλανδικών δικαστηρίων για την ανάκτηση “σημαντικού μέρους” των προμηθειών που πληρώθηκαν στην Booking.com την περίοδο 2004–2024.

Το site του mybookingclaim αναφέρει ότι, με βάση προκαταρκτικά οικονομικά μοντέλα, οι προμήθειες ενδέχεται να έχουν διογκωθεί “τουλάχιστον κατά 30%” εξαιτίας των parity clauses, και ότι τα ξενοδοχεία μπορεί να δικαιούνται αποζημίωση έως και 30% ή και περισσότερο των προμηθειών που πλήρωσαν σε αυτή την περίοδο, πλέον τόκων.

Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση που συχνά λείπει από τον δημόσιο λόγο: το «30%» δεν είναι νομικά κατοχυρωμένο ποσοστό, αλλά οικονομοτεχνική εκτίμηση (economic assessment) με βάση συγκριτικά μοντέλα αγοράς. Το ίδιο το mybookingclaim επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο ύψος της ζημίας θα πρέπει να υπολογιστεί από οικονομολόγους ανταγωνισμού, με χρήση συγκριτικών μοντέλων (comparative market models) και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε αγοράς και περιόδου. Αυτό σημαίνει ότι το «30%» δεν αντιστοιχεί σε ένα σταθερό, προκαθορισμένο ποσοστό επί του τζίρου κάθε ξενοδοχείου, αλλά σε μια παραδοχή που θα δοκιμαστεί αποδεικτικά στο δικαστήριο: θα πρέπει να αποδειχθεί, με οικονομοτεχνικά εργαλεία, πόσο περίπου «φούσκωσαν» οι προμήθειες σε μια “υποθετική” ανταγωνιστική αγορά χωρίς parity clauses.

Σε αντίθεση με αυτό το μοντέλο, το οποίο είναι απολύτως θεμιτό αλλά αναγκαστικά βαθιά εξαρτημένο από οικονομετρική τεκμηρίωση, μια πλατφόρμα που εστιάζει σε αξιώσεις ανάκτησης μέρους της προμήθειας επί ΦΠΑ, όπως το recommissioners.gr, παράγει ένα αίτημα πολύ πιο προβλέψιμο ως προς το ύψος του. Εκεί, το επίδικο ποσό δεν προκύπτει από “μέσους όρους” ή θεωρητικά σενάρια· προκύπτει από την απλή αριθμητική πάνω στα επίσημα extraits του ξενοδοχείου: ποια ήταν η νόμιμη βάση υπολογισμού (καθαρή αξία χωρίς ΦΠΑ), ποια βάση χρησιμοποιήθηκε στην πράξη (μικτή με ΦΠΑ) και ποια είναι η διαφορά. Η πλατφόρμα αναλύει αυτόματα τα ποσά σε σχέση με τη φορολογική δομή (καθαρή αξία, ΦΠΑ, νόμιμα τέλη) και παραδίδει συγκεκριμένο, ελεγχόμενο νούμερο για κάθε μονάδα. Έτσι, το δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί αν “κατά μέσο όρο” οι προμήθειες ήταν 30% υψηλότερες σε επίπεδο ΕΕ, αλλά αν, για ένα συγκεκριμένο ξενοδοχείο, η προμήθεια υπολογίστηκε και επί ποσών που δεν αποτελούσαν έσοδό του. Αυτό δεν καθιστά τη μία διαδρομή “καλύτερη” από την άλλη· εξηγεί, όμως, γιατί οι αξιώσεις που συνδέονται με προμήθεια επί ΦΠΑ είναι, από άποψη αποδεικτικού έργου, συχνά πιο εύκολα ποσοτικοποιήσιμες και προβλέψιμες σε επίπεδο κάθε μεμονωμένης επιχείρησης.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται μία ακόμη κρίσιμη διάκριση. Το περιβόητο «30% των προμηθειών» στο σχήμα mybookingclaim δεν είναι αποτέλεσμα μιας απλής, σταθερής φόρμουλας που εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε κάθε ξενοδοχείο· είναι μια οικονομοτεχνική παραδοχή που στηρίζεται σε μοντέλα αντιπαραβολής “με” και “χωρίς” ρήτρες ισοτιμίας και, όπως ρητά αναφέρεται, αποτελεί preliminary estimate. Στο πλαίσιο της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ και της Πρακτικής Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ποσοτικοποίηση της ζημίας (Practical Guide on quantifying harm), η οριστική εκτίμηση της ζημίας προϋποθέτει συνήθως σύνθετες οικονομετρικές αναλύσεις, συγκριτικές αγορές, στατιστικά δείγματα και τεκμηρίωση της διαφοράς μεταξύ της πραγματικής και της υποθετικής “ανταγωνιστικής” εξέλιξης των προμηθειών. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και σε ένα καλά οργανωμένο συλλογικό σχήμα, δεν αρκεί να προσκομιστούν γενικές οικονομοτεχνικές μελέτες για να θεωρηθεί “αποδεδειγμένο” συγκεκριμένο ποσοστό ζημίας για κάθε μεμονωμένο ξενοδοχείο· η αποδεικτική διαδικασία είναι, αναπόφευκτα, βαριά και απαιτητική, τόσο ως προς τα δεδομένα όσο και ως προς τον χρόνο και την εξειδικευμένη τεχνογνωσία που θα χρειαστεί να διαθέσουν οι οικονομικοί πραγματογνώμονες και τα δικαστήρια.

Αντιθέτως, μια αξίωση που στηρίζεται αποκλειστικά στην προμήθεια επί του ΦΠΑ έχει μικρότερο εύρος, αλλά πολύ πιο σταθερό και προβλέψιμο αποδεικτικό προφίλ. Ο λόγος είναι απλός: το βασικό αποδεικτικό υλικό δεν είναι θεωρητικά μοντέλα, αλλά τα ίδια τα επίσημα extraits και παραστατικά που εκδίδει η Booking.com και οι λοιπές πλατφόρμες. Σε αυτά αποτυπώνεται, για κάθε κράτηση, τόσο η καθαρή αξία όσο και ο ΦΠΑ και η προμήθεια· επομένως, η διαφορά μεταξύ προμήθειας επί καθαρής αξίας και προμήθειας επί μικτής τιμής προκύπτει από “απλή αριθμητική” πάνω σε έγγραφα που προέρχονται από τον ίδιο τον εναγόμενο. Από αποδεικτική σκοπιά, αυτό είναι πολύ ισχυρότερο: το δικαστήριο δεν καλείται να εκτιμήσει με γενικές οικονομετρικές υποθέσεις πόσο αυξήθηκαν οι προμήθειες σε μια υποθετική ανταγωνιστική αγορά χωρίς parity clauses, αλλά να δει, για ένα συγκεκριμένο ξενοδοχείο, εάν και σε ποιο ύψος η προμήθεια υπολογίστηκε και επί ποσών ΦΠΑ που δεν αποτελούσαν έσοδό του. Η απαίτηση μπορεί να είναι στενότερη, αλλά στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε έγγραφα του αντιδίκου, γεγονός που την καθιστά, από άποψη αποδεικτικής και δικονομικής ασφάλειας, συχνά πολύ πιο διαχειρίσιμη και προβλέψιμη.

Από την άλλη πλευρά, η θέση της Booking ότι “η απόφαση δεν ανοίγει δρόμο για αποζημιώσεις” παραβλέπει ότι, ήδη πριν από την C-264/23, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο (BGH) είχε κρίνει τις narrow parity clauses αντίθετες στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ και είχε επιβεβαιώσει την απαγόρευσή τους από τη Bundeskartellamt. Μετά την C-264/23, η σύνδεση ανάμεσα σε παράβαση και δικαίωμα αποζημίωσης βάσει της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ γίνεται ακόμη πιο ισχυρή.

Πού τοποθετείται το recommissioners.gr μέσα σε αυτό το τοπίο

Σε αυτό το περιβάλλον, ένας Έλληνας ξενοδόχος έχει – χονδρικά – τρεις διαδρομές:

1)να συμμετάσχει στη συλλογική αγωγή για τις parity clauses,

2) να μην κάνει τίποτα, θεωρώντας ότι ο “πόλεμος” OTA–ξενοδοχείων διεξάγεται αλλού,

ή

3) να εξετάσει εθνικές αξιώσεις, συνδεδεμένες με τα δικά του δεδομένα, πέρα από τις ρήτρες ισοτιμίας.

Εδώ είναι που μια πρωτοβουλία όπως το recommissioners.gr προσπαθεί να προσθέσει κάτι διαφορετικό, χωρίς να ανταγωνίζεται ούτε την HOTREC ενισχύοντας την ενημέρωση που προσφέρει σταθερά το Money-Tourism. Η λογική της πλατφόρμας – όπως παρουσιάζεται και στο ίδιο το site – είναι να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στα δεδομένα και σε νομική πρωτοβουλία: ο ξενοδόχος ανεβάζει τα επίσημα extraits, το σύστημα αναλύει με ακρίβεια τις προμήθειες ως προς τη φορολογική τους βάση, και η νομική ομάδα που συνεργάζεται με την πλατφόρμα αναλαμβάνει, εφόσον ο πελάτης το επιλέξει, να αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία στο εθνικό δίκαιο.

Η διαφοροποίηση είναι διπλή. Πρώτον, το recommissioners δεν ισχυρίζεται ότι θα “αντικαταστήσει” τη συλλογική αγωγή. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι η πανευρωπαϊκή κίνηση για τις parity clauses είναι σημαντική για τον κλάδο συνολικά. Δεύτερον, εστιάζει σε μικρο-αξιώσεις (micro-claims) που δεν καλύπτονται σήμερα οργανωμένα: προμήθεια επί ΦΠΑ, συγκεκριμένα προγράμματα ορατότητας, πρακτικές που μπορεί να εμπίπτουν στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ και στον Ν. 4529/2018, αλλά θα κριθούν με βάση τα στοιχεία κάθε επιχείρησης.

Με αυτόν τον τρόπο, ένα μέσο ελληνικό ξενοδοχείο μπορεί ταυτόχρονα:

να συμμετέχει, αν το επιθυμεί, στη συλλογική αγωγή για τις ρήτρες ισοτιμίας,

και να εξετάζει, με τη βοήθεια αύξοντος αριθμού εργαλείων analytics, αν έχει και άλλες, πιο “σιωπηλές” ζημίες από την καθημερινή λειτουργία του μοντέλου προμηθειών.

Το Money-Tourism έκανε αυτό που οφείλει να κάνει μια σοβαρή δημοσιογραφική πλατφόρμα: ανέδειξε την υπόθεση, έδωσε βήμα και στην πλευρά της Booking, ενημέρωσε για τις προθεσμίες και τα βασικά δεδομένα της συλλογικής αγωγής, και ανέδειξε εγκαίρως τη σημασία της απόφασης C-264/23 για τον τουριστικό κλάδο.

Η δουλειά μιας πλατφόρμας όπως το Recommissioners είναι διαφορετική αλλά συμπληρωματική: να βοηθήσει τον ξενοδόχο να περάσει από την “είδηση” στο “δικό του ισοζύγιο”. Να μετατρέψει τη γενική πληροφορία σε συγκεκριμένους αριθμούς για τις δικές του προμήθειες, για τα δικά του extraits, για τη δική του πενταετία. Και, τέλος, η δουλειά του δικηγόρου είναι να πάρει αυτή την ιδέα για την πρώτη ύλη και να κρίνει αν αξίζει να μετατραπεί σε εξώδικο, σε αγωγή ή, αντίθετα, σε μια απλή αναδιάρθρωση εμπορικής σχέσης στο μέλλον.

Δεν υπάρχει μία “σωστή” διαδρομή για όλα τα ξενοδοχεία. Υπάρχει, όμως, ένα κοινό σημείο εκκίνησης: η αξιόπιστη ενημέρωση. Εκεί, μέσα από την κάλυψη της συλλογικής αγωγής κατά της Booking και τη φιλοξενία νηφάλιων νομικών αναλύσεων, το Money-Tourism έχει ήδη αναλάβει έναν ρόλο αναφοράς. Για όσους, πλέον, θέλουν να περάσουν από το “τι γίνεται στην Ευρώπη” στο “τι μπορώ να κάνω εγώ”, η ύπαρξη εργαλείων όπως το recommissioners.gr είναι ένα χρήσιμο, χωρίς θόρυβο, επόμενο βήμα.

Το παρόν κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά εξατομικευμένη νομική συμβουλή. Κάθε ξενοδοχειακή επιχείρηση οφείλει να ζητήσει εξειδικευμένη γνώμη με βάση τα δικά της συμβατικά κείμενα, τα δικά της οικονομικά στοιχεία και τις δικές της προτεραιότητες.

(*) H κα. Αικατερίνη Πρωτοπαπά, είναι δικηγόρος ειδικευμένη στο δίκαιο ανταγωνισμού και πλατφορμών στον ξενοδοχειακό κλάδο

Booking

ΣΧΕΤΙΚΑ

Τελευταία Νέα

Τα αεροδρόμια δεν είναι ιδιωτική υπόθεση | Όταν η συζήτηση για τη Ryanair κρύβει το πραγματικό ερώτημα

του Νικόλαου Σαρούκου Πριν από μερικές εβδομάδες, η μείωση του πτητικού έργου της Ryanair από τη Θεσσαλονίκη κυριάρχησε στην τουριστική επικαιρότητα. Η ιρλανδική αεροπορική εταιρεία...

Ναυτιλία και προσωπικό: η νέα διαπραγμάτευση | Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο πλοία, αλλά και μια νέα γενιά ναυτικών

της Της Δρ. Λεμονιάς Παπαδοπούλου-Κελίδου (*) Η συζήτηση για την έλλειψη προσωπικού στη ναυτιλία, και ειδικά για την έλλειψη νέων Ελλήνων ναυτικών, δεν μπορεί να...

Ο λαϊκισμός κοστίζει ακριβά στην Οικονομία

του Χρήστου Ν. Κώνστα O λαϊκισμός είναι ενδημική νόσος της Δημοκρατίας. Από την αρχή της ιστορίας, ο λαϊκισμός, έρχεται-φεύγει-επανέρχεται ανάλογα με τα προβλήματα και τις...

Η περιοχή αυτή είναι καταχωρημένη στο wpml.org ως περιοχή ανάπτυξης. Μεταβείτε σε τοποθεσία παραγωγής με κλειδί στο remove this banner.