του Χρήστου Ν. Κώνστα
Η ελληνική οικονομία παράγει εντυπωσιακά μακροοικονομικά στοιχεία, ρυθμούς ανάπτυξης, θετικά δημοσιονομικά μεγέθη, πλεονάσματα, προοπτικές.
Δυστυχώς οι οικονομικοί αριθμοδείκτες δεν ψωνίζουν στο σούπερ μάρκετ.
- Η Ελλάδα σήμερα μοιάζει με αθλητή που κερδίζει βραβεία, διακρίσεις και μετάλλια, σε όλες τις τεχνικές δοκιμασίες, με υψηλή ταχύτητα αντίδρασης, μεγάλη αντοχή και άρτια τεχνική, αλλά φθάνει πάντα τελευταίος στη γραμμή του τερματισμού.
Δεν υπάρχει διεθνής οργανισμός ή επενδυτικός οίκος που να μην εκθειάζει τις επιδόσεις της Ελληνικής οικονομίας, τα τελευταία 7 χρόνια. Ταυτόχρονα όμως δύσκολα μπορεί να βρει κάποιος, έναν Έλληνα που να μην παραπονείται, για το «affordability», την αδυναμία ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της σύγχρονης καθημερινότητας.
Η Ελλάδα πρωτεύει στις αναλύσεις. Τα πορτοφόλια των πολιτών όμως περιγράφουν μιαν άλλη ιστορία.
Χθες, ήρθε το σοκ.
Η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε πληθωρισμό 5,4% τον Απρίλιο του 2026. Εκτίναξη από το 3,9% του Μαρτίου και το 2,7% του Φεβρουαρίου.
Την ίδια περίοδο, τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα μοιράζεται με τη Βουλγαρία, την τελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών, με κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Το εισόδημα μας είναι κατά 32 ποσοστιαίες μονάδες μικρότερο από τον μέσο ευρωπαίο πολίτη.
- Τα τελευταία 7 χρόνια, η Ελλάδα, πρωτεύει σταθερά και σίγουρα σε όλες τις μακροοικονομικές εξετάσεις.
Η στήλη δεν υιοθετεί την ανόητη άποψη ότι αυτό οφείλεται δήθεν στην «υπερφορολόγηση» των πολιτών, ειδικά με τους έμμεσους φόρους.
- Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα φόρο εισοδήματος πληρώνουν μόνο 1 εκατ. Έλληνες.
- Αντιθέτως έμμεσους φόρους πληρώνουν κάθε χρόνο περισσότεροι από 43 εκατομμύρια καταναλωτές.
Σε όλες τις Τουριστικές περιοχές του πλανήτη, από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Παρίσι και από την Γη του Πυρός μέχρι τη Βενετία και το Χονγκ Κονγκ, οι φόροι κατανάλωσης είναι υψηλοί, ακριβώς γιατί τους πληρώνουν πρόθυμα και σταθερά, εκατομμύρια επισκέπτες πολλαπλάσιοι των γηγενών πολιτών.
- Τους φόρους κατανάλωσης τους πληρώνουν όσοι καταναλώνουν. Αν δεν καταναλώνουν, δεν πληρώνουν.
Τη χρονιά που μας πέρασε, το 2025, η Ελλάδα εμφάνισε δημοσιονομικό πλεόνασμα +1,7% του ΑΕΠ, την ώρα που η Ευρωζώνη στο σύνολό της παρέμεινε σε έλλειμμα -2,9% του ΑΕΠ. Σχεδόν 5 ποσοστιαίες μονάδες διαφορά.
Το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 έφτασε το 4,4% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη.
Η Ελλάδα χρωστάει. Έχει το 2ο μεγαλύτερο Δημόσιο Χρέος στον κόσμο. Το Χρέος μειώνεται με ρυθμό που εντυπωσιάζει ακόμη και το ΔΝΤ. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις του Ταμείου (Απρίλιος 2026), το ελληνικό χρέος που βρισκόταν στο 146,7% του ΑΕΠ το 2025, θα αποκλιμακωθεί στο 136,9% το 2026, και θα συνεχίσει σε πτωτική τροχιά. Στο ίδιο διάστημα, το χρέος των αναπτυγμένων οικονομιών αυξάνεται, από 108% στο 114,8% του ΑΕΠ έως το 2031.
- Η Ελλάδα πηγαίνει αντίθετα από το παγκόσμιο ρεύμα. Συμμαζεύει το Χρέος της ενώ οι άλλες χώρες το επιβαρύνουν
Ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης είναι σχεδόν διπλάσιος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η χώρα επιβραβεύεται με αναβαθμίσεις πιστοληπτικής αξιολόγησης, αντλεί κεφάλαια από τις αγορές με ευνοϊκούς όρους, δανείζεται φθηνότερα από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την Ιταλία και τα πλεονασματικά έσοδα του Προϋπολογισμού της χρησιμοποιούνται για την πρόωρη αποπληρωμή χρεών αλλά και για μέτρα στήριξης των οικονομικά αδυνάτων.
Στα χαρτιά των Βρυξελλών, της Ουάσινγκτον και της Φρανκφούρτης, η Ελλάδα είναι η πιο καλή μαθήτρια της τάξης.
- Ένα τυπικό ελληνικό νοικοκυριό δυστυχώς δεν βιώνει την ίδια πραγματικότητα.
Ο πληθωρισμός τον Απρίλιο του 2026 εκτινάχθηκε στο 5,4%. Τα καύσιμα ακρίβυναν πάνω από 22% σε ετήσια βάση. Το φυσικό αέριο εκτοξεύτηκε 39,5% σε σχέση με τον Μάρτιο. Το μοσχάρι έγινε ακριβότερο κατά 20,3%. Τα αεροπορικά εισιτήρια έχουν ανέβει 22%. Η ενέργεια, η στέγη, τα τρόφιμα, οι μεταφορές, ό,τι αγγίζει ο καταναλωτής ανεβαίνει.
Δεν είναι μια ατυχής συγκυρία. Ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 2,9% το 2025, έναντι 2,1% στην Ευρωζώνη. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη επισημάνει ότι ο εγχώριος πληθωρισμός συνεχίζει να αποκλίνει προς τα πάνω σε σχέση με τον ευρωπαϊκό. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι θα διαμορφωθεί στο 3,5% κατά μέσο όρο φέτος.
Το αποτέλεσμα είναι προφανές. Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων ισοδυναμεί με το 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό σημαίνει ότι ένας μέσος Έλληνας μπορεί να αγοράσει περίπου τα 2/3 από όσα αγοράζει ένας μέσος Ευρωπαίος.
Πριν από την κρίση του 2010, η αγοραστική δύναμη της Ελλάδας άγγιζε το 90-95% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Μόνο που τότε, τα λεφτά «μας» δεν ήταν δικά μας. Ήταν δανεικά.
Η Ελλάδα υπέστη μεταξύ 2010 και 2018 τη βαθύτερη ύφεση που βίωσε ποτέ αναπτυγμένη δυτική οικονομία σε καιρό ειρήνης. Έχασε περίπου το 26% του Εθνικού Εισοδήματος της, βίωσε μια βίαιη κατάρρευση εισοδημάτων και περιουσιών κι ένα απίστευτο brain drain. Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι που έφυγαν στο εξωτερικό. Αυτό το τραύμα δεν επουλώνεται με μερικά χρόνια ανάπτυξης.
Οι μισθοί και τα εισοδήματα που «κουρεύτηκαν» εκείνη την περίοδο δεν έχουν ανακτήσει πλήρως το χαμένο έδαφος. Ιδίως αν λάβουμε υπόψη τον σωρευτικό πληθωρισμό των τελευταίων ετών.
Σήμερα όλοι γνωρίζουμε ότι η περίοδος 2015-2019 αποδείχθηκε καταστροφική για την Ελληνική Οικονομία. Ενώ άλλες χώρες που πέρασαν από μνημόνια (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος) είχαν τη δυνατότητα να βελτιώνουν αισθητά τις σχέσεις εισοδήματος/κόστους, η Ελλάδα έχασε πολύτιμο χρόνο κυνηγώντας χίμαιρες.
Το 2019 η χώρα ξεκίνησε από χαμηλότερη βάση ό,τι θα έπρεπε. Η αφετηρία της χώρας οπισθοδρομούσε όταν οι άλλοι έτρεχαν μπροστά.
Το δομικό πρόβλημα της Ελληνικής οικονομίας είναι εξίσου σοβαρό. Παραμένει ευάλωτη στον εισαγόμενο πληθωρισμό, τον ενεργειακό και των τροφίμων, λόγω της μεγάλης εξάρτησης από εισαγωγές.
Η παραγωγική βάση είναι περιορισμένη. Ο ανταγωνισμός σε βασικές αγορές παραμένει ανεπαρκής. Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές ανεβαίνουν πιο εύκολα από ό,τι σε πιο ανταγωνιστικές οικονομίες.
Χρέος ή Εισοδήματα;
Εδώ ανοίγει μια πραγματικά πολιτική-οικονομική συζήτηση.
Η κυβέρνηση επέλεξε μια στρατηγική που δίνει προτεραιότητα στη ανάκτηση της αξιοπιστίας, μιας χώρας που χρεοκόπησε. Επέλεξε τα υψηλά πλεονάσματα, πρόωρη αποπληρωμή χρέους, μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ. Αυτή η στρατηγική έχει αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα μεσοπρόθεσμα, χαμηλότερα επιτόκια, ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές, μειωμένη δημοσιονομική πίεση τα επόμενα χρόνια.
Τα νοικοκυριά δεν βλέπουν την ανάπτυξη στην καθημερινότητα τους. Κάθε ευρώ που πηγαίνει στην αποπληρωμή χρέους είναι ένα ευρώ που δεν πάει στη μείωση φόρων, στην ενίσχυση μισθών ή στη στήριξη εισοδημάτων. Σε ένα περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού, η αγοραστική δύναμη διαβρώνεται καθημερινά ανεξάρτητα από τους ρυθμούς ανάπτυξης.
H χώρα που το 2019 βρισκόταν τρίτη από το τέλος στην ΕΕ σε αγοραστική δύναμη, βρίσκεται σήμερα στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία. Δηλαδή, σε όρους σχετικής ευρωπαϊκής κατάταξης, επιδεινώθηκε την περίοδο 2019-2025. Παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη, παρά τα δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Η αγοραστική δύναμη δεν μετράει μόνο τους μισθούς, μετράει πόσα μπορεί να αγοράσει κανείς με αυτούς. Στην Ελλάδα, η ενεργειακή δαπάνη αντιπροσωπεύει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος σε σχέση με πλουσιότερες χώρες. Ο ηλεκτρισμός στοιχίζει κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ο Έλληνας πληρώνει ουσιαστικά πιο ακριβά από τον Γερμανό ή τον Ολλανδό.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά (από 1η Απριλίου 2026) δείχνει κατεύθυνση, αλλά δεν ανατρέπει τη δομική εικόνα. Ο κατώτατος μισθός ανεβαίνει, ο πληθωρισμός ανεβαίνει γρηγορότερα.
Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική οικονομία κάνει τα σωστά πράγματα για τα επόμενα 10-15 χρόνια. Μειώνει χρέος, χτίζει αξιοπιστία, διατηρεί δημοσιονομική πειθαρχία. Αυτά είναι αναγκαία, δεν είναι προαιρετικά.
Αλλά η γενιά που ζει σήμερα δεν μπορεί να τρέφεται με μακροοικονομικά νούμερα.
Το κρίσιμο ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια δεν είναι μόνο το ποσοστό ανάπτυξης, είναι η «ποιότητα» και το εύρος αυτής της ανάπτυξης.
Η Ελληνική Οικονομία βγήκε από την εντατική. Η περίοδος ανάρρωσης είναι μακρά και επώδυνη. Ειδικά για εκείνους τους Έλληνες που δεν έχουν τον χρόνο να περιμένουν.



























