-1,1 Δισ. € σε Παροχές, 0 σε μειώσεις εισφορών. Καμία Στήριξη στην Παραγωγή
του Κωνσταντίνου Στ. Δεριζιώτη
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε πριν λίγες ημέρες ένα νέο πακέτο μέτρων ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων ευρώ. Μία σημαντική οικονομική παρέμβαση, με σαφή στόχο να στηρίξει κοινωνικές ομάδες που δοκιμάζονται, μέσα από μια -συνεχιζόμενη επί μακρό- επιδοματική πολιτική. Όμως, πίσω από τους αριθμούς και τα επιδόματα, το ερώτημα παραμένει: ποιος θα στηρίξει την πραγματική Οικονομία;
Για ακόμη μία φορά, τα υπερπλεονάσματα που προκύπτουν από τη συγκράτηση δαπανών και την υψηλή φορολογία, αντί να διοχετευθούν σε μέτρα που θα ενίσχυαν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, και ως εκ τούτου στην Κοινωνία, διοχετεύονται σε έκτακτες παροχές. Πρόκειται για κοινωνικά χρήσιμες, αλλά οικονομικά βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις, που δεν απαντούν στη μεγάλη πρόκληση της χώρας: τη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας, υψηλότερων μισθών και μεγαλύτερης παραγωγής.
Οι παροχές αυτές αποφασίστηκαν, καθώς σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 4,8% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), υπερβαίνοντας αισθητά τον αρχικό στόχο. Σε απόλυτους αριθμούς, το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε σε 11,4 δισ. ευρώ, έναντι προϋπολογισμένου στόχου ύψους 6 δισ. ευρώ.
Η Ελλάδα παραμένει ακριβή για να επιχειρείς
Η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα μη μισθολογικά κόστη στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, οι εργοδοτικές εισφορές φτάνουν το 24,81% του μικτού μισθού, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 20,57%. Ένα πρόβλημα που το κράτος δείχνει να αγνοεί. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για το ασφαλιστικό, η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές για σύνταξη (κύρια και επικουρική), καθώς εργοδότες και εργαζόμενοι καταβάλλουν 26% του μισθού, έναντι 18,2% που ισχύει κατά μέσο όρο στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Ακριβότερες εισφορές από την Ελλάδα έχουν μόνο η Βρετανία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Τσεχία και η Γαλλία, η οποία μάλιστα από το 2020 έχει ξεκινήσει μια νέα φάση μείωσης των εισφορών. Αν στις εισφορές σύνταξης προστεθούν και οι υπόλοιπες εισφορές που βαρύνουν τη μισθωτή εργασία, τότε οι συνολικές εισφορές στην Ελλάδα εκτοξεύονται στο 36,1%, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό για τα δεδομένα των κρατών της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ.
Αν, για παράδειγμα, η κυβέρνηση αξιοποιούσε μέρος από τα 1,1 δισ. για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, ένας εργαζόμενος με καθαρό μισθό 1.000 ευρώ θα έβλεπε τον μισθό του να αυξάνεται έως και 1.000 ευρώ τον χρόνο, χωρίς να επιβαρυνθεί ο εργοδότης, ενισχύοντας παράλληλα την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Οι καλές πρακτικές αλλού
Δεν είναι θεωρητικό σενάριο. Ιρλανδία και Πορτογαλία, με παρόμοιες κρίσεις στο παρελθόν, επένδυσαν σε μειώσεις εισφορών, φορολογικά κίνητρα και επιδοτήσεις εργασίας, με αποτέλεσμα την εκτίναξη των επενδύσεων και της απασχόλησης.
Η Ιρλανδία, για παράδειγμα, μείωσε το μη μισθολογικό κόστος κατά 8 μονάδες σε 5 χρόνια, αυξάνοντας τις άμεσες επενδύσεις κατά 25% και δημιουργώντας 18% περισσότερες θέσεις εργασίας.
Το πολιτικό ρίσκο της βραχυπρόθεσμης πολιτικής
Η επιλογή της κυβέρνησης να προχωρήσει σε κατανάλωση του υπερπλεονάσματος μέσω επιδομάτων αποφεύγοντας τις δύσκολες δομικές παρεμβάσεις ενδέχεται να στοιχίσει ακριβά. Όχι μόνο δημοσιονομικά — αλλά και αναπτυξιακά.
Τα επιδόματα καταναλώνονται, οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, το επιχειρηματικό κόστος υψηλό, και οι επενδύσεις περιορισμένες σε λίγους τομείς όπως ο τουρισμός και τα ακίνητα.
Η Ελλάδα παραμένει δέσμια μιας οικονομίας χαμηλής παραγωγικότητας και ακριβού κόστους.
Το ζητούμενο: Μια σοβαρή πολιτική για την εργασία και την επιχειρηματικότητα
Η χώρα χρειάζεται επειγόντως μια στρατηγική που να ενισχύει τη σταθερή εργασία, την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια.
Αυτό σημαίνει:
- Μείωση εργοδοτικών εισφορών
- Φορολογικά κίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις
- Μόνιμα μέτρα ενίσχυσης των καθαρών αποδοχών
Το υπερπλεόνασμα, αντί να διανέμεται με τη λογική της εφάπαξ παροχής, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης ανάπτυξης για τη μικρομεσαία επιχείρηση, τον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα και τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Η χώρα χρειάζεται πολιτικές που να ενισχύουν τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και να στηρίζουν την εργασία με σταθερότητα και προοπτική, όχι μέτρα βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα που εξαντλούν τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια χωρίς ουσιαστικό οικονομικό αποτύπωμα.
Η αξιοποίηση του υπερπλεονάσματος οφείλει να συμβάλει στη δημιουργία πλούτου και θέσεων εργασίας, όχι μόνο στην ανακούφιση της οικονομικής δυσκολίας, μέσω εφάπαξ ενισχύσεων.
Διαφορετικά, κάθε τέτοια παρέμβαση θα θυμίζει το παλιό ρητό: “Δώσε ένα ψάρι σε κάποιον, θα χορτάσει για μια μέρα — μάθε τον να ψαρεύει, θα χορτάσει για μια ζωή”.
Η Οικονομία έχει ανάγκη από το δεύτερο.


























