Σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες στη μετάβαση των νέων από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας αναδεικνύει η νέα ανάλυση της Eurobank Research, με το ποσοστό των νέων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης και εκπαίδευσης (NEETs) να παραμένει υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το ποσοστό των νέων ηλικίας 15-29 ετών που δεν εργάζονται και δεν συμμετέχουν σε εκπαίδευση ή κατάρτιση διαμορφώθηκε στο 14,2% το 2024, μειωμένο σε σχέση με τα επίπεδα της κρίσης, αλλά εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (11,1%) και να απέχει από τον ευρωπαϊκό στόχο του 9% έως το 2030.

Η εξέλιξη του δείκτη αποτυπώνει έντονα την επίδραση της οικονομικής κρίσης, καθώς το ποσοστό είχε εκτιναχθεί στο 28,5% το 2013, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πριν ακολουθήσει σταδιακή αποκλιμάκωση τα επόμενα χρόνια.
Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει συστηματικά υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με την ΕΕ, γεγονός που συνδέεται με βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και της αγοράς εργασίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι το υψηλότερο ποσοστό νέων εκτός απασχόλησης και εκπαίδευσης εντοπίζεται στους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε αντίθεση με την ΕΕ, όπου τα χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζονται στην ίδια κατηγορία. Αυτό αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην υπερπροσφορά πτυχιούχων σε συνδυασμό με τη χαμηλή ζήτηση για θέσεις υψηλής εξειδίκευσης, καθώς και στην αναντιστοιχία δεξιοτήτων μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας.
Παράλληλα, η δομή της ελληνικής οικονομίας, με κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων και κλάδων χαμηλής ή μεσαίας εξειδίκευσης, περιορίζει τη δυνατότητα απορρόφησης εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, ενώ παραμένει αδύναμη η διασύνδεση πανεπιστημίων και εργοδοτών.
Σε ό,τι αφορά τη διάσταση του φύλου, η μελέτη καταγράφει διαφοροποιήσεις ως προς τη σύνθεση του φαινομένου: στους άνδρες κυριαρχούν οι άνεργοι που αναζητούν εργασία, ενώ στις γυναίκες υψηλότερο είναι το ποσοστό όσων βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού, γεγονός που συνδέεται και με κοινωνικούς και δομικούς παράγοντες.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η διατήρηση υψηλού ποσοστού νέων εκτός αγοράς εργασίας και εκπαίδευσης περιορίζει την παραγωγικότητα της οικονομίας και ενισχύει τον κίνδυνο «διαρροής» ανθρώπινου κεφαλαίου, ενώ συνοδεύεται και από σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις, όπως αυξημένος κίνδυνος φτώχειας και περιθωριοποίησης.
Η Eurobank υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί ενίσχυση της σύνδεσης εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, αναβάθμιση της επαγγελματικής κατάρτισης και στοχευμένες ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης για τους νέους.


























