Την αύξηση της περιόδου αναφοράς για τον υπολογισμό του μέγιστου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας στον ξενοδοχειακό κλάδο ζητά η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ) με επιστολή της προς την Υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως.
Όπως επισημαίνεται στην επιστολή, το ισχύον πλαίσιο προβλέπει ότι ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει κατά μέσο όρο τις 48 ώρες σε περίοδο αναφοράς έως τεσσάρων μηνών, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ΠΟΞ, η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί στην πράξη από τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, λόγω της έντονης εποχικότητας που χαρακτηρίζει τη λειτουργία τους.
Οι ανάγκες σε προσωπικό μεταβάλλονται σημαντικά κατά τη διάρκεια του έτους, με ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις στους μήνες αιχμής — κυρίως τη θερινή περίοδο — και περιορισμένη ή ακόμη και μηδενική λειτουργία σε άλλες χρονικές φάσεις, ειδικά στην περίπτωση εποχικών μονάδων.
Η κατάσταση αυτή επιβαρύνεται περαιτέρω από τη διαπιστωμένη έλλειψη διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, γεγονός που καθιστά, σύμφωνα με την Ομοσπονδία, ιδιαίτερα δύσκολη τη συμμόρφωση με την υφιστάμενη περίοδο αναφοράς των τεσσάρων μηνών.
Η ΠΟΞ επισημαίνει ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη-μέλη. Συγκεκριμένα, η σχετική οδηγία της ΕΕ προβλέπει ότι η περίοδος αναφοράς μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αυξηθεί από τέσσερις σε έξι ή ακόμη και σε δώδεκα μήνες.
Όπως σημειώνεται, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα, ορίζοντας μεγαλύτερες περιόδους αναφοράς, ενώ σε ορισμένα κράτη προβλέπεται ακόμη και ρήτρα εξαίρεσης από το ανώτατο όριο εβδομαδιαίας εργασίας, υπό την προϋπόθεση διασφάλισης της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ομοσπονδία προτείνει να δοθεί η δυνατότητα, μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αύξησης της περιόδου αναφοράς από τέσσερις σε έξι μήνες για κλάδους με έντονη εποχικότητα, όπως ο ξενοδοχειακός.
Η πρόταση αυτή, όπως αναφέρεται, θα μπορούσε να ενταχθεί στο πνεύμα της πρόσφατης «Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας» για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, επιτρέποντας στους κοινωνικούς εταίρους να ρυθμίζουν με μεγαλύτερη ευελιξία την οργάνωση του χρόνου εργασίας, χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα και η ασφάλεια των εργαζομένων.



























