Η Χριστίνα Τετράδη, Αντιπρόεδρος ΞΕΕ- Πρόεδρος Συλλόγου Ξενοδόχων Ζακύνθου, καταθέτει την δικής άποψη για την ψηφιακή κάρτα εργασίας, σε ότι αφορά τον τουριστικό- ξενοδοχειακό κλάδο, καθώς σύμφωνα με την ίδια έχουν αναδειχθεί αρκετά προβλήματα, με την εφαρμογής της.
«Η εφαρμογή της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας στον ξενοδοχειακό κλάδο, αν και αποσκοπεί στη διασφάλιση της διαφάνειας και της προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων, έχει αναδείξει στην πράξη σειρά σοβαρών προβλημάτων.
Κατά τη γνώμη μου το πρόβλημα δεν είναι η κάρτα εργασίας, αλλά η ίδια η εργασιακή νομοθεσία. Πρέπει πρώτα να τη διορθώσουμε και να την προσαρμόσουμε στις πραγματικές συνθήκες και στη συνέχεια να θεσπίσουμε το σύστημα ελέγχου. Στη χώρα μας, δυστυχώς, ακολουθούμε την αντίθετη πορεία.
Η μετάβαση στη ψηφιακή εποχή δεν μπορεί να βασίζεται σε ένα απαρχαιωμένο και ανεπαρκές νομικό πλαίσιο του 1970, αλλά απαιτεί σταδιακή εφαρμογή και ουσιαστικό χρόνο προσαρμογής για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Ζητούμενο παραμένει η προσαρμογή του πλαισίου με μεγαλύτερη ευελιξία, η ουσιαστική στήριξη των μικρότερων μονάδων και η παροχή ικανού χρόνου προσαρμογής, ώστε το μέτρο να επιτύχει τον στόχο του χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα τον κλάδο.
Το ΞΕΕ έχει εκφράσει τις επιφυλάξεις και τους προβληματισμούς του στο Υπουργείο Εργασίας ως προς την εφαρμογή της Ψηφιακής Κάρτας. Πιστεύω ότι τέτοιου είδους αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται μετά από διάλογο με τους εμπλεκόμενους φορείς. Για τον κλάδο μας αρμόδιοι για τα εργασιακά θέματα των ξενοδόχων είναι η Ομοσπονδία και ο Κοινωνικός Εταίρος.
Είναι έντονη η ανησυχία για το υψηλό κόστος προσαρμογής στα νέα ψηφιακά συστήματα και τη σημαντική γραφειοκρατική επιβάρυνση, κυρίως μικρές και εποχιακές επιχειρήσεις. Η φύση της εργασίας στα ξενοδοχεία – με συνεχείς αλλαγές βαρδιών, υπερωρίες και ευέλικτες μορφές απασχόλησης – δυσχεραίνει τη σωστή και άμεση ενημέρωση της κάρτας, δημιουργώντας κινδύνους αυθαίρετων παραβάσεων και επιβολής προστίμων.
Προκύπτουν εύλογα ερωτήματα:
•Πώς θα μπορέσουν οι επιχειρήσεις να εφαρμόσουν σωστά τη Ψηφιακή Κάρτα όταν οι υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις συχνά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της αγοράς;
•Πώς μπορούν τα ξενοδοχεία και οι εργαζόμενοί τους να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα όταν η πιλοτική εφαρμογή ξεκίνησε στα μέσα Σεπτεμβρίου – σε περίοδο που για πολλές τουριστικές περιοχές σηματοδοτεί τη λήξη της σεζόν;
Σοβαρό πρόβλημα λοιπόν από την 1 Μαρτίου, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της Κάρτας Εργασίας, αποτελεί η έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης και εκπαίδευσης τόσο για τους εργοδότες όσο και για τους εργαζόμενους, γεγονός που οδηγεί σε εφαρμοστικές αστοχίες και σύγχυση. Σημειώνεται ότι οι αυστηρές απαιτήσεις της Ψηφιακής Κάρτας δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες του τουριστικού προϊόντος και τη λειτουργία των ξενοδοχείων σε συνθήκες αιχμής.
Αξίζει να αναφέρω κάποια από τα πρακτικά ζητήματα που προκύπτουν, όπως είναι ο χρόνος προσέλευσης και αναχώρησης σε μόλις 10 λεπτά (όταν στη βιομηχανία ισχύει 30 λεπτά) που αγνοεί πλήρως τις ιδιαιτερότητες της ξενοδοχειακής λειτουργίας, το σπαστό ωράριο που δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα λειτουργίας των επισιτιστικών τμημάτων (πρωινό, μεσημεριανό, βραδινό, all inclusive), την υποχρεωτική ανάπαυση μεταξύ βαρδιών, καθώς και τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας.
Τα θέματα αυτά, αν δεν αντιμετωπιστούν άμεσα και ρεαλιστικά, κινδυνεύουν να υπονομεύσουν, τόσο την εύρυθμη λειτουργία των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, όσο και την ποιότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Συνοψίζοντας, η εφαρμογή της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας στον τουριστικό κλάδο παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα και δημιουργεί αδικίες μεταξύ των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Δεν είναι λογικό κάποια ξενοδοχεία να υποχρεούνται να εφαρμόσουν το μέτρο, ενώ άλλα εξαιρούνται απλώς λόγω του κύριου ΚΑΔ τους, παρόλο που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες φιλοξενίας. Αυτό οδηγεί σε αθέμιτο ανταγωνισμό, όπου ορισμένες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερο λειτουργικό βάρος σε σχέση με άλλες, ενώ η έλλειψη διαφάνειας, η ασαφής ερμηνεία του νόμου και η απουσία σαφούς καταγραφής του αριθμού των εξαιρούμενων ξενοδοχείων, επιδεινώνουν το πρόβλημα και εντείνουν την αβεβαιότητα στον κλάδο.
Θεωρώ ότι το Υπουργείο Εργασίας οφείλει να επανεξετάσει το πλαίσιο εφαρμογής, διασφαλίζοντας ένα ενιαίο σύστημα που θα περιλαμβάνει όλες τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τουρισμό, ώστε να διατηρηθεί η ισονομία και να αποτραπούν στρεβλώσεις στην αγορά».



























